Οι Εκδόσεις Παπαδόπουλος και τα βιβλιοπωλεία Ευριπίδης σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Κοψαχείλη, Γεω-επιχειρηματίες – Από τον Ιάσονα στον Έλον Μασκ, τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου στις 19:00, στον Ευριπίδη Κηφισιάς (Λ. Κηφισίας 310).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κωνσταντίνος Φίλης Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων
Δημήτρης Απόκης Διεθνολόγος, Δημοσιογράφος
και ο συγγραφέας του βιβλίου, Βασίλης Κοψαχείλης
Τη συζήτηση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Κώστας Γιαννακίδης
«Τα τελευταία χρόνια η κλιματική αλλαγή έχει καταστρέψει τον βιότοπο των αρκούδων, που για να βρουν τροφή έρχονται όλο και περισσότερο σε επαφή με ανθρώπους. Οι επιστήμονες προειδοποιούν για την όλο και πιο απρόβλεπτη συμπεριφορά τους».
Τα θεμέλια της ιστορίας Ψάχνοντας τον Αρκούδο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, μπήκαν στο πρώτο βιβλίο της Γκολντ, Η τελευταία αρκούδα. Ωστόσο, η συνέχεια διαβάζεται (και) αυτόνομα, χαρίζοντας στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης σε αναγνώστες 9+ ετών. Η πρωταγωνίστρια, η Έιπριλ, έχει επιστρέψει σπίτι της έπειτα από την περιπέτειά της στο Νησί των Αρκούδων. Ποτέ, όμως, δεν έπαψε να σκέφτεται τον Αρκούδο, μια πολική αρκούδα με την οποία ανέπτυξε σχέση φιλίας.
Όταν η Έιπριλ μαθαίνει πως πυροβόλησαν και τραυμάτισαν μια πολική αρκούδα στο Σβάλμπαρντ, είναι βέβαιη πως πρόκειται για τον φίλο της και πείθει τον μπαμπά της να ταξιδέψουν στο βορειότερο άκρο της Αρκτικής. Έτσι ξεκινάει ένα αξέχαστο ταξίδι στην παγωμένη τούνδρα και στους παγετώνες.
Κάπως έτσι ξεκινά η νέα περιπέτεια της Έιπριλ σε ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, καθώς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητούν τα παιδιά σε μια ιστορία. Η περιπέτεια στη φύση, η φιλία, η αγάπη, η καλοσύνη, η συνεργασία, η απώλεια, η γονεϊκότητα, η εφηβεία, είναι τα επιμέρους θεματικά κέντρα που πλαισιώνουν την ιστορία. Στον πυρήνα της, όμως, βρίσκεται το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.
Το σκηνικό της δράσης είναι τα παγωμένα τοπία του Αρκτικού Κύκλου, εκεί που σύμφωνα με το Πολικό Ινστιτούτο η κλιματική αλλαγή γίνεται άμεσα αντιληπτή, καθώς η περιοχή θερμαίνεται έξι φορές περισσότερο από τον μέσο όρο παγκοσμίως. Μέσα σε αυτό το παγωμένο τοπίο, εκεί όπου «ο γιγάντιος παγετώνας, ένα γαλάζιο φράγμα που γυάλιζε σαν κρύσταλλος, υψωνόταν μπροστά τους. Ξεκινώντας τη ζωή του σαν ένα πελώριο σώμα χιονιού που πέφτει, συμπιέστηκε ανά τους αιώνες και έγινε ένας συμπαγής τοίχος από πάγο». Στο βιβλίο οι περιγραφές λειτουργούν ως το μέσο για να μιλήσει η συγγραφέας για το μεγαλείο της φύσης. Οι ασπρόμαυρες εικόνες του Λ. Πίνφολντ αποδίδουν ιδανικά τη γύμνια, αλλά και την ομορφιά του τόπου.
Αξιοποιώντας στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, όπως και την παραδοσιακή τεχνική του ανθρωπομορφισμού των ζώων, η συγγραφέας θα στήσει μια αληθοφανή ιστορία ανάμεσα σε ένα παιδί και σε ένα άγριο ζώο. Με τρόπο εξαιρετικά ισορροπημένο απέναντι στον τρυφερό Αρκούδο, η Γκολντ δε θα διστάσει να μιλήσει για τους πραγματικούς κινδύνους που ελλοχεύουν στο σκληρό φυσικό περιβάλλον. «Αυτός ο αρκούδος ήταν πιο γέρικος… είχε μυτερά, κιτρινωπά δόντια και την ξέφρενη ορμή κάτι εντελώς άγριου. Την κοίταξε με ένα ψυχρό, αρπακτικό βλέμμα… και τη στιγμή που, με την πατούσα του τεντωμένη, ήταν έτοιμος να εκτοξευτεί επάνω της, ακούστηκε ο πυροβολισμός».
Ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, καθώς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητούν τα παιδιά σε μια ιστορία.
Η δυναμική και σαγηνευτική γραφή της αποτυπώνεται και στους χαρακτήρες της ιστορίας, που αποδίδονται με πληρότητα. Η –περίπου– 13χρονη πρωταγωνίστρια είναι ένα πρόσωπο που κινείται στα όρια παιδικότητας και εφηβείας. Ένα πλάσμα ευαίσθητο και μοναχικό, με πείσμα και θάρρος, με γενναιότητα αλλά και σεβασμό προς τη φύση, με ευστροφία αλλά και με τις συναισθηματικές ανάγκες που γεννά το γεγονός ότι από τα τέσσερά της είναι ορφανή από μητέρα. Που νιώθει «παράταιρη» εκεί που τώρα ζει, που είναι γνωστή ως «το Κορίτσι Αρκούδα» και που «αν έκρινε από τα χαχανητά που συνόδευαν τη φράση, δεν ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για κομπλιμέντο».
Στον αντίποδα της πρωταγωνίστριας βρίσκεται η Χέντα, ως μια ενήλικη εκδοχή της Έιπριλ. Απέναντι στην παιδική παρορμητικότητα και τον άκρατο συναισθηματισμό, αντιπαραθέτει τη λογική ως το μέσο με το οποίο εκφράζει την αγάπη και τον σεβασμό της στη φύση. Ταυτόχρονα, όλα τα πρόσωπα του βιβλίου (και εκείνα που μας συστήθηκαν στο πρώτο και τα καινούργια) στη διάρκεια της ιστορίας θα εξελιχθούν και θα ωριμάσουν.
Για τον πατέρα της Έιπριλ, έναν άνθρωπο που η απώλεια της συζύγου του τον είχε συναισθηματικά παραλύσει, το ταξίδι στην παγωμένη Αρκτική θα σταθεί αφορμή να αναθερμανθεί η ψυχή του. Μέσα από τη νέα περιπέτεια που θα μοιραστεί με την κόρη του, θα ξεκλειδωθούν και τα δικά του συναισθήματα και οι ανάγκες, και θα μπουν οι βάσεις για μια υγιή μεταξύ τους σχέση.
Η αρκούδα ήταν λεπτή και αποστεωμένη. Η Έιπριλ είχε ξαναδεί το θάνατο… μια γάτα, ένας ασβός… η ανείπωτη θλίψη στο πρόσωπο του πατέρα της. «Ήταν το ταίρι σου, ε; Αχ, Αρκούδε… συγγνώμη για όλα αυτά που δεν αλλάζουν αρκετά γρήγορα» ψιθύρισε. Εκείνος έκανε αργά στο πλάι… κι εκεί, στα κρυμμένα βάθη της σπηλιάς, ασταθές πάνω σε τέσσερα τρεμάμενα πατουσάκια, ξεπρόβαλε ένα μικροσκοπικό πολικό αρκουδάκι.
Η ιστορία του Αρκούδου και του γιου του, του Πίνατ, που έμεινε ορφανός εξαιτίας (και) της πείνας που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, θα γίνει ο καθρέφτης της σχέσης της Έιπριλ με τον μπαμπά της. Μέσα από αυτή την αναλογία, εκθέτοντας ουσιαστικά δύο παράλληλες ιστορίες, η συγγραφέας θα θίξει και το θέμα της γονεϊκότητας, της απώλειας, του πένθους και της διαχείρισής του. Η γονεϊκότητα δεν είναι υπόθεση φύλου, θα πει η συγγραφέας στους αναγνώστες. Γιατί η αγάπη, το νοιάξιμο, η φροντίδα, δεν έχουν ταυτότητα. Κι όπως ακριβώς το μικρό αρκουδάκι θα βρει μια νέα μαμά να το αγαπήσει και να το φροντίσει, έτσι και η Έιπριλ θα αποδεχθεί τη σύντροφο του μπαμπά της.
Η Χάνα Γκολντ δημιουργεί μια ευφυέστατη ιστορία, μια περιπέτεια επιβίωσης και μια συγκινητική ιστορία αγάπης, που μας δείχνει πώς γεννιέται η ελπίδα από τα πιο μικρά ξεκινήματα. Μια ιστορία με την οποία το παιδί μυείται στον σεβασμό προς τη φύση. Κατανοεί πως ακόμα και οι μικρές πράξεις μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Πως δεν αρκούν οι μαζικές κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις ή οι εταιρικές αλλαγές. Πως χωρίς τον ακτιβισμό κάθε απλού ανθρώπου και την πίεση σε αυτούς που εφαρμόζουν καταστροφικές κλιματικές πολιτικές, το μέλλον είναι δυσοίωνο. Η Έιπριλ ονειρεύεται να σώσει τον πλανήτη. Και το βιβλίο αυτό είναι μια έμμεση παρότρυνση ότι κανένα όνειρο, καμιά αλλαγή, δεν είναι ανέφικτα.
Η Έιπριλ ακούμπησε το μάγουλό της στον πάτο του έλκηθρου. Έγινε κομμάτι του χιονιού. Κομμάτι της φύσης. Κάτω από το μάγουλό της, η Γη μουρμούριζε. «Μα δεν ήταν παγωμένη εδώ πέρα η καρδιά της γης;» αναρωτήθηκε. Αλλά η καρδιά της Γης δεν είναι ποτέ παγωμένη. Κάποτε είναι ήσυχη, αλλά ποτέ σιωπηλή. «Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος… δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι δεν τον φροντίζουν καλύτερα».
Εδώ πρόκειται για ένα βιβλίο που σε μυεί στο πνεύμα, στη γλώσσα και στην παράδοση των Ελλήνων της Πόλης.
Θα νιώσεις νοσταλγία για όσα πέρασαν και δεν ξανάρχονται ποτέ, για την αστική κοινωνία των Ελλήνων της Πόλης. Μια ιστορία που θα σε ξεναγήσει στη γλύκα που κρύβουν οι εκλεπτυσμένες παραδόσεις αλλά και η ιστορική και η σύγχρονη Κωνσταντινούπολη. Θα μάθεις πολλά πράγματα που έχουν ενσωματωθεί στη ζωή μας στην Ελλάδα, ενώ κάποια πράγματα έμειναν για πάντα στη γη που τα γέννησε.
Η κυρία Αθηνά είναι μια περήφανη, ασυμβίβαστη Πολίτισσα, η οποία, όταν την ρωτούν «από πού είστε;» απαντά «από το Βυζάντιο». Δεν παντρεύτηκε ποτέ, αρραβωνιάστηκε τρεις φορές, ερωτεύτηκε και δέχτηκε προξενιά που με κανένα δεν ταίριαξε. Ο ένας ήταν πολύ νέος, ο δεύτερος τσιγκούνης, ο τρίτος γυναικάς, ο άλλος την ήθελε για προκάλυψη, αφού είχε αλλάξει πλευρά και ήταν ερωτευμένος με έναν άντρα.
Και τι δεν έζησε η Αθηνά! Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, έζησε τα Σεπτεμβριανά, τις απελάσεις του 1964, χούντες, και το πραξικόπημα του 2016, χρονιά που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου. Η Αθηνά, είναι επίσης άριστη νοικοκυρά, με τις συνταγές της, τις παραδόσεις της, τα σερβίτσια των γονιών της, τον αρωματικό καφέ και την πρόβλεψη των μελλούμενων, το γλυκό τριαντάφυλλο, τα μπουρέκια, αλλά και το κουτσομπολιό, την αυτοφροντίδα της, τα botoxάκια της. Ζει σε μiα παλιά πολυκατοικία που χρειάζεται χρήμα και εργασίες για να αναπαλαιωθεί.
Με τον αδελφό της τα έχει τσουγκρίσει αλλά προσπαθεί να έχει καλές σχέσεις με το γιο του, τoν Ζακ, τον ανιψιό της, αφού σε αυτόν σκοπεύει να αφήσει την ακίνητη περιουσία της, το διαμέρισμά της δηλαδή.
Η ιδιότυπη καθημερινότητά της εμπλουτίζεται από τη φιλία και τους καυγάδες με τους συγκάτοικους της πολυκατοικίας, των Κωστάκη, τη Ρίτα, τον Οσμάν, τη Νίνα και από τις αναμνήσεις της.
Πριν σαράντα χρόνια, η Ρίτα, που εργάστηκε ως υπάλληλος μέχρι τη σύνταξή της, στη Maritime Enterprises, ήταν ερωμένη του Ραφαήλ. Ο Ραφαήλ, το αφεντικό της, ήταν παντρεμένος και με πρόσχημα τα δύο του παιδιά, δεν χώρισε ποτέ προκειμένου να βρίσκονται μαζί, για χάρη της αγάπης τους. Όμως αυτό που δεν έμαθε ποτέ η Αθηνά είναι ότι ο Ραφαήλ, ξενοκοίταζε και άλλες γυναίκες, αφού ήταν ένας νάρκισσος. Όσο για τη γυναίκα του, έκανε πως δεν έβλεπε τα καμώματα του άντρα της, όντας μια συμβιβασμένη μαζοχίστρια.
Κάποια στιγμή, το 1976, ο Ραφαήλ παίρνει μετάθεση για την Αργεντινή και φεύγει. Πριν αναχωρήσει όμως, αφήνει ένα σημείωμα στο παλτό της Αθηνάς και της δίνει ραντεβού «σε 40 χρόνια, στην 1 Αυγούστου του 2016». Αυτό ήταν!
Η Αθηνά ζει σαράντα χρόνια με αυτήν την προσμονή, χωρίς ποτέ να έχει λάβει νέα από τον εραστή της, εν τω μεταξύ. Καθώς πλησιάζει ο καιρός της συνάντησης, η αγωνία της κορυφώνεται. Θα έρθει ο Ραφαήλ στο ραντεβού; Αρχίζει να τον αναζητά στο Facebook.
Στο μεταξύ, ο διάδοχος του Ραφαήλ στην εταιρεία ήταν ένας ανύπαντρος Οθωμανός, ο Αλβέρτος Μπαράζ. Ευγενής και μεγαλοπρεπής, στάθηκε στο πλευρό της όσο εκείνη ζούσε το δράμα του χωρισμού της με το Ραφαήλ, χωρίς όμως ποτέ να της εκφράσει αισθήματα.
Το μυθιστόρημα αυτό, χωρίς να έχει έντονη δράση, περιγράφει σε βάθος δυνατούς χαρακτήρες με προεξέχουσα την Αθηνά, η οποία περιμένοντας το πολυπόθητο ραντεβού, σερβίρει σπιρτόζικες συμβουλές και υφαίνει το μέλλον της γεμάτο ελπίδα.
Ταυτόχρονα, μπλέκεται σε καυγάδες, δολοπλοκίες και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από κουρασμένες προκαταλήψεις, όπως ρατσισμό και θρησκευτική προκατάληψη.
Η ιστορία του βιβλίου αναμοχλεύει τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος στις πεποιθήσεις που κουβαλάμε από τη νεότητα, τις απογοητεύσεις, τις ακυρώσεις των σχέσεων αλλά και την ελπίδα που δίνουν οι δεύτερες ευκαιρίες.
Μπορεί το μυθιστόρημα να έχει αργό ρυθμό αλλά έχει μεγάλο εύρος. Η γλώσσα και η ατμόσφαιρα που με λεπτομέρειες χτίζει η συγγραφέας, διαμορφώνουν μια μοναδική ιστορία για τη φιλία και για τον έρωτα με τις πίκρες του.
Αληθινό, ενδιαφέρον, τρυφερό, αγαπησιάρικο βιβλίο. Το τέλος του, μετά από πολλές ανατροπές, δικαιώνει την αναμονή του αναγνώστη.
Εδώ πρόκειται για ένα βιβλίο που σε μυεί στο πνεύμα, στη γλώσσα και στην παράδοση των Ελλήνων της Πόλης.
Θα νιώσεις νοσταλγία για όσα πέρασαν και δεν ξανάρχονται ποτέ, για την αστική κοινωνία των Ελλήνων της Πόλης. Μια ιστορία που θα σε ξεναγήσει στη γλύκα που κρύβουν οι εκλεπτυσμένες παραδόσεις αλλά και η ιστορική και η σύγχρονη Κωνσταντινούπολη. Θα μάθεις πολλά πράγματα που έχουν ενσωματωθεί στη ζωή μας στην Ελλάδα, ενώ κάποια πράγματα έμειναν για πάντα στη γη που τα γέννησε.
Η κυρία Αθηνά είναι μια περήφανη, ασυμβίβαστη Πολίτισσα, η οποία, όταν την ρωτούν «από πού είστε;» απαντά «από το Βυζάντιο». Δεν παντρεύτηκε ποτέ, αρραβωνιάστηκε τρεις φορές, ερωτεύτηκε και δέχτηκε προξενιά που με κανένα δεν ταίριαξε. Ο ένας ήταν πολύ νέος, ο δεύτερος τσιγκούνης, ο τρίτος γυναικάς, ο άλλος την ήθελε για προκάλυψη, αφού είχε αλλάξει πλευρά και ήταν ερωτευμένος με έναν άντρα.
Και τι δεν έζησε η Αθηνά! Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, έζησε τα Σεπτεμβριανά, τις απελάσεις του 1964, χούντες, και το πραξικόπημα του 2016, χρονιά που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου. Η Αθηνά, είναι επίσης άριστη νοικοκυρά, με τις συνταγές της, τις παραδόσεις της, τα σερβίτσια των γονιών της, τον αρωματικό καφέ και την πρόβλεψη των μελλούμενων, το γλυκό τριαντάφυλλο, τα μπουρέκια, αλλά και το κουτσομπολιό, την αυτοφροντίδα της, τα botoxάκια της. Ζει σε μiα παλιά πολυκατοικία που χρειάζεται χρήμα και εργασίες για να αναπαλαιωθεί.
Με τον αδελφό της τα έχει τσουγκρίσει αλλά προσπαθεί να έχει καλές σχέσεις με το γιο του, τoν Ζακ, τον ανιψιό της, αφού σε αυτόν σκοπεύει να αφήσει την ακίνητη περιουσία της, το διαμέρισμά της δηλαδή.
Η ιδιότυπη καθημερινότητά της εμπλουτίζεται από τη φιλία και τους καυγάδες με τους συγκάτοικους της πολυκατοικίας, των Κωστάκη, τη Ρίτα, τον Οσμάν, τη Νίνα και από τις αναμνήσεις της.
Πριν σαράντα χρόνια, η Ρίτα, που εργάστηκε ως υπάλληλος μέχρι τη σύνταξή της, στη Maritime Enterprises, ήταν ερωμένη του Ραφαήλ. Ο Ραφαήλ, το αφεντικό της, ήταν παντρεμένος και με πρόσχημα τα δύο του παιδιά, δεν χώρισε ποτέ προκειμένου να βρίσκονται μαζί, για χάρη της αγάπης τους. Όμως αυτό που δεν έμαθε ποτέ η Αθηνά είναι ότι ο Ραφαήλ, ξενοκοίταζε και άλλες γυναίκες, αφού ήταν ένας νάρκισσος. Όσο για τη γυναίκα του, έκανε πως δεν έβλεπε τα καμώματα του άντρα της, όντας μια συμβιβασμένη μαζοχίστρια.
Κάποια στιγμή, το 1976, ο Ραφαήλ παίρνει μετάθεση για την Αργεντινή και φεύγει. Πριν αναχωρήσει όμως, αφήνει ένα σημείωμα στο παλτό της Αθηνάς και της δίνει ραντεβού «σε 40 χρόνια, στην 1 Αυγούστου του 2016». Αυτό ήταν!
Η Αθηνά ζει σαράντα χρόνια με αυτήν την προσμονή, χωρίς ποτέ να έχει λάβει νέα από τον εραστή της, εν τω μεταξύ. Καθώς πλησιάζει ο καιρός της συνάντησης, η αγωνία της κορυφώνεται. Θα έρθει ο Ραφαήλ στο ραντεβού; Αρχίζει να τον αναζητά στο Facebook.
Στο μεταξύ, ο διάδοχος του Ραφαήλ στην εταιρεία ήταν ένας ανύπαντρος Οθωμανός, ο Αλβέρτος Μπαράζ. Ευγενής και μεγαλοπρεπής, στάθηκε στο πλευρό της όσο εκείνη ζούσε το δράμα του χωρισμού της με το Ραφαήλ, χωρίς όμως ποτέ να της εκφράσει αισθήματα.
Το μυθιστόρημα αυτό, χωρίς να έχει έντονη δράση, περιγράφει σε βάθος δυνατούς χαρακτήρες με προεξέχουσα την Αθηνά, η οποία περιμένοντας το πολυπόθητο ραντεβού, σερβίρει σπιρτόζικες συμβουλές και υφαίνει το μέλλον της γεμάτο ελπίδα.
Ταυτόχρονα, μπλέκεται σε καυγάδες, δολοπλοκίες και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από κουρασμένες προκαταλήψεις, όπως ρατσισμό και θρησκευτική προκατάληψη.
Η ιστορία του βιβλίου αναμοχλεύει τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος στις πεποιθήσεις που κουβαλάμε από τη νεότητα, τις απογοητεύσεις, τις ακυρώσεις των σχέσεων αλλά και την ελπίδα που δίνουν οι δεύτερες ευκαιρίες.
Μπορεί το μυθιστόρημα να έχει αργό ρυθμό αλλά έχει μεγάλο εύρος. Η γλώσσα και η ατμόσφαιρα που με λεπτομέρειες χτίζει η συγγραφέας, διαμορφώνουν μια μοναδική ιστορία για τη φιλία και για τον έρωτα με τις πίκρες του.
Αληθινό, ενδιαφέρον, τρυφερό, αγαπησιάρικο βιβλίο. Το τέλος του, μετά από πολλές ανατροπές, δικαιώνει την αναμονή του αναγνώστη.
Μερόπη Μιχαλέλη: «Για να μεγαλώσουμε καλύτερα τα παιδιά μας πρέπει να εκπαιδεύσουμε τους επιστήμονες πρώτης γραμμής. Δεν πάνε όλοι σε ψυχολόγους, αλλά όλοι πάνε σε παιδιάτρους»
Η ψυχαναλύτρια, που μετρά πάνω από 35 χρόνια εμπειρίας στην περιγεννητική συμβουλευτική μάς μιλά για τη γονεϊκότητα σήμερα, τα όρια που δεν υπάρχουν στα παιδιά και για το τι πρέπει να γίνει για να λύσουμε το δημογραφικό, με αφορμή το βιβλίο της «Διαδρομές γονεϊκότητας: Πώς γινόμαστε ή δεν γινόμαστε γονείς».
Αν και είναι δύσκολο να συγκεντρώσουμε όλα όσα θα θέλαμε να μάθουμε για τη γονεϊκότητα σε μια μόνο συζήτηση, ακόμα και σε ένα βιβλίο, η κα. Μερόπη Μιχαλέλη, ψυχαναλύτρια με πολυετή πείρα στην περιγεννητική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία σε δημόσια και ιδιωτικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού, ιδρύτρια και επιστημονικά υπεύθυνη της Κοιτίδας, καταφέρνει μέσα σε μόλις 200 σελίδες να αναλύσει όλα όσα μπορεί να περνούν από το μυαλό ενός ανθρώπου από τη στιγμή που ξεκινά να σκέφτεται αν θα γίνει γονέας μέχρι τη στιγμή που θα κρατήσει αγκαλιά το παιδί του και την ηλικία που αυτό θα πάει παιδικό σταθμό.
Στο βιβλίο, με τίτλο«Διαδρομές Γονεϊκότητας: Πώς γινόμαστε ή δεν γινόμαστε γονείς», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, προσεγγίζει το ζήτημα της γονεϊκότητας μέσα από το πρίσμα της ψυχολογίας των γονέων, χωρίς να ξεχνά την εύθραυστη και εύπλαστη ψυχολογία των μωρών, απευθυνόμενη όχι μόνο σε ανθρώπους που είναι ή θέλουν να γίνουν γονείς, αλλά και σε εκείνους που αποφάσισαν πως δεν θέλουν να αποκτήσουν παιδιά καθώς και σε ειδικούς του ιατρικού χώρου γύρω από τη γονεϊκότητα και την εγκυμοσύνη και τα πρώτα χρόνια της ζωής.
Η απαρχή για το βιβλίο «Διαδρομές Γονεϊκότητας: Πώς γινόμαστε ή δεν γινόμαστε γονείς»
«Το βιβλίο είναι καρπός μιας εμπειρίας που διαρκεί περισσότερα από 35 χρόνια και αφορά κυρίως την παρέμβαση στην κοινότητα, την εκπαίδευση των επαγγελματιών που πλαισιώνουν την εγκυμοσύνη και τα πρώτα χρόνια της ζωής και τις κλινικές δράσεις που έχουν υλοποιηθεί και υλοποιούνται σε δημόσια και ιδιωτικά μαιευτήρια καθώς και σε χώρους υποδοχής και φροντίδας γονέων και βρεφών. Είναι το έργο μιας ζωής. Έχει βασιστεί στην εκπαιδευτική και κλινική μου εμπειρία και των συνεργατών μου, ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα τους.
Πρόκειται για μια εξερεύνηση των διαφορετικών μονοπατιών που περιηγούνται τα άτομα και τα ζευγάρια, καθώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα της γονεϊκότητας. Εμβαθύνει στους κοινωνικούς, ψυχολογικούς και συναισθηματικούς παράγοντες που επηρεάζουν αυτή την απόφαση, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός “σωστός” τρόπος προσέγγισης της γονεϊκότητας ούτε μια καθολική εμπειρία της. Οι ιστορίες, μάλιστα, που αναφέρονται στο βιβλίο είναι όλες αληθινές. Δεν διαχωρίζω και δεν ξεχνάω καμία. Οι άνθρωποι με τους οποίους εργάζομαι μού είναι σημαντικοί,τους θυμάμαι όλους, ακόμη και έπειτα από 20 χρόνια».
Δεν πάνε όλοι οι άνθρωποι σε ψυχολόγους και ψυχαναλυτές – πάνε, όμως, σε παιδιάτρους, σε μαίες, σε γυναικολόγους. Αυτοί πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσουν τα πρώτα σημεία ψυχοπαθολογίας σε ένα παιδί, σε μία έγκυο, στον σύντροφο ή τη σύντροφό της.
Η Κοιτίδα και η προσφορά της στους γονείς
Στην παρουσίαση του βιβλίου της στο Μέγαρο Μουσικής, πέρα από επαγγελματίες, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ήταν άνθρωποι που με τις συμβουλές της κατάφεραν να δουν το ζήτημα της γονεϊκότητας ολιστικά και ξεκάθαρα. Άλλωστε, αυτός είναι και ο στόχος της στην Κοιτίδα, το Ινστιτούτο που ίδρυσε με σκοπό, μεταξύ άλλων, να γνωρίσουν οι γονείς και οι επαγγελματίες τις πολλαπλές και εντυπωσιακές ικανότητες ενός βρέφους . Όπως μας είπε: «Το μωρό είναι ένα υποκείμενο, δεν είναι πλαστελίνη που πάνω της γράφουμε ό,τι θέλουμε».
«Στην Κοιτίδα παρέχουμε εκπαιδεύσεις σε γιατρούς, μαίες και νοσηλεύτριες, επαγγελματίες ψυχικής Υγείας, οι οποίοι αναζητούν μια ολιστική προσέγγιση στην πρακτική τους. Εμάς μας ενδιαφέρει να αλλάξει η νοοτροπία γύρω από τη γονεϊκότητα. Το βιβλίο και η Κοιτίδα δεν απευθύνονται μόνο στους γονείς, αν έπρεπε να ιεραρχήσω τη σειρά θα έλεγα είναι γραμμένο για να απευθυνθεί πρωτίστως στους επαγγελματίες. Δεν είναι ένα βιβλίο λύσεων ή κατευθύνσεων, αλλά ένα βιβλίο που προτείνει τρόπους να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε όλοι– όχι μόνο οι γονείς ή οι μέλλοντες γονείς, γύρω από τις προσωπικές μας εμπειρίες φροντίδας από τα σημαντικά πρόσωπα της διαδρομής μας».
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Μέγαρο Μουσικής – Η κα. Μιχαλέλη στα δεξιά της φωτογραφίας.
Στο βιβλίο δίνεται μεγάλη σημασία στα πρώτα χρόνια ζωής του μωρού, τα οποία η κα. Μιχαλέλη τονίζει πως είναι τα πιο σημαντικά.
«Μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια οργανώνεται ο εγκέφαλος. Όταν γεννιέται ένα παιδί είναι ατελής ο εγκέφαλος, συνεχίζει να ολοκληρώνεται μέχρι το τέλος του 1ου και του 2ου έτους. Επομένως, οι εμπειρίες εκείνων των ετών είναι καίριο να εντοπιστούν από τους επαγγελματίες υγείας – όχι τους ψυχολόγους και τους ψυχαναλυτές – αλλά τους γυναικολόγους, τις μαίες, τους παιδιάτρους. Εκείνοι πρέπει να είναι καλά εκπαιδευμένοι.
Δεν πάνε όλοι οι άνθρωποι σε ψυχολόγους και ψυχαναλυτές – πάνε, όμως, σε παιδιάτρους, σε μαίες, σε γυναικολόγους. Αυτοί πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσουν τα πρώτα σημεία ψυχοπαθολογίας σε ένα παιδί, σε μία έγκυο, στον σύντροφο ή τη σύντροφό της.
Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στην κοινωνία μας αν οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής δεν εκπαιδευτούν κατάλληλα, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν τα πρώιμα σημάδια ψυχοπαθολογίας σε ένα παιδί, σε μία έγκυο, στον σύντροφο ή τη σύντροφό της και να παρεμβαίνουν έγκαιρα μέσω εξειδικευμένων πρακτικών πρώιμης θεραπείας πριν εγκατασταθούν και εγγραφούν αυτά τα παθολογικά μοντέλα σχέσης ανάμεσα στους γονείς το παιδί και το περιβάλλον τους. Αυτές οι πρώιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν την μέγιστη αποτελεσματικότητα τα δύο πρώτα έτη και ωφείλουν να ξεκινούν ήδη από το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
Δυστυχώς, είμαστε από τις ελάχιστες χώρες που δεν διαθέτουν πρώιμα κέντρα περιγεννητικής,νεογνικής και βρεφικής φροντίδας στα οποία θα προσφέρονται ολοκληρωμένες υπηρεσίες ψυχικής φροντίδας ήδη από την αρχή της εγκυμοσύνης και πριν από αυτήν και σε όλη την διάρκεια τουλάχιστον των δύο πρώτων χρόνων της ζωής».
Τα κέντρα περιγεννητικής φροντίδας
«Στα κέντρα αυτά, θα εκπαιδεύονται οι επαγγελματίες υγείας και θα τους προσφέρεται ένας χώρος σκέψης, παρουσίασης και συζήτησης της δουλειάς τους : τις δυσκολίες του επαγγελματός τους, τα περιστατικά, για έρευνες. Πρέπει να μην είναι μόνοι τους, όπως συμβαίνει σήμερα τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε δημόσια νοσοκομεία, να αντιμετωπίζουν δύσκολα και σοβαρά περιστατικά χωρίς συστηματική υποστήριξη.
Την ίδια στιγμή θα είναι χώροι υποδοχής των ανθρώπων από την ώρα που σκέφτονται να γίνουν γονείς, μέχρι την ώρα που θα κυοφορήσουν και τελικά θα αποκτήσουν παιδί. Χώροι για να εκφράσουν προβληματισμούς, δυσκολίες, φόβους. Και όταν αποκτήσουν αυτό το παιδί -με όποιον τρόπο το αποκτήσουν, συμπεριλαμβανομένης της υιοθεσίας ή της αναδοχής- χώροι για να μπορούν να συναντούν άλλους ανθρώπους, να συζητούν όσα τους προβληματίζουν, να μιλούν για τις ανησυχίες τους. Χώροι στους οποίους θα ξέρουν ότι ανήκουν, ότι δεν είναι μόνοι, ότι υπάρχει μία κοινότητα που νοιάζεται για εκείνους και για τα παιδιά τους.
Με λίγα λόγια στα συγκεκριμένα κέντρα θα παρέχεται εκπαίδευση, συνοδεία και πρώιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις όταν τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά».
Οι δύο εξελισσόμενες πανδημίες της εποχής μας
«Από την κλινική μου εμπειρία διαπιστώνω ότι υπάρχουν δύο εξελισσόμενες “πανδημίες” σήμερα. Η μία είναι ο καρκίνος σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και η άλλη είναι η εγκυμοσύνη στην εφηβεία, ως έκφραση και αποτέλεσμα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης που διατρέχουμε ως κοινωνία και της διάρρηξης του υποστηρικτικού κοινωνικού ιστού.
Οι ψυχολογικές συνέπειες από εγκυμοσύνες που διακόπτονται στην εφηβεία, χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη ψυχολογική συνοδεία και υποστήριξη της έφηβης, είναι μακροχρόνιες και ανυπολόγιστες. Η νέα γυναίκα “κουβαλά” μία ασυνείδητη ενοχή και ένα αίσθημα λάθους για το οποίο της αξίζει να πληρώνει ένα μεγάλο τίμημα: να μην μπορεί να μείνει έγκυος αργότερα, να έχει μία διάχυτη κατάθλιψη που συνοδεύεται από ένα αίσθημα αναξιότητας και ανεπάρκειας και άλλες μορφές έκφρασης ενός πένθους για το “μωρό που χάθηκε”, και δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί. Επίσης, σε περιπτώσεις φτωχού κοινωνικοοικονομικού και υποστηρικτικού περιβάλλοντος, οι άκαιρες και ατελέσφορες εγκυμοσύνες μπορεί να επαναλαμβάνονται και τα βρέφη να εγκαταλείπονται.
Στην περίπτωση του καρκίνου που εμφανίζεται είτε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του πρώτου χρόνου μετά, αντιμετωπίζουμε μόνο την θεραπεία του καρκίνου της μητέρας και όχι τις συνέπειες του στο μωρό και την σχέση της μητέρας μαζί του».
Η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου παιδοκεντρική. Έτσι λοιπόν σήμερα είναι σαν να τίθεται ένα δίλημμα στη γυναίκα που θέλει να εξελιχθεί επαγγελματικά και να κάνει παιδί. “θα γίνω μητέρα ή θα είμαι μια γυναίκα που θα εξελιχθώ επαγγελματικά;”
Οι πιο διαδεδομένοι μύθοι γύρω από τη γονεϊκότητα
«Η πρόταση με την οποία ξεκινάει το βιβλίο μου, και αν έπρεπε να επιλέξουμε μία φράση προς όλους τους γονείς, είναι ότι γονέας δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Είναι πολύ μεγάλος μύθος το ότι η γονεϊκότητα είναι κάτι έμφυτο. Έμφυτες είναι οι πρώιμες εγγραφές, οι δικές μας εμπειρίες γονεϊκής φροντίδας, οι οποίες θα εμφανιστούν ξανά όταν εμείς γίνουμε γονείς.
Το ότι είναι κάτι έμφυτο όμως, δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητα και σωστό. Μπορεί οι πρώιμες εμπειρίες να είναι ένας επωφελής τρόπος για εσένα και το παιδί σου να είσαι γονέας.
Το ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν παιδιά, λοιπόν, είναι ένας ακόμη πολύ διαδεδομένος μύθος γύρω από τη γονεϊκότητα. Όπως και το ότι το να είσαι γονιός είναι πάντα γεμάτο από αγάπη, λατρεία και ολοκλήρωση. Δεν ισχύουν όλα και πάντα. Γονέας γίνεσαι, και αν θέλετε γονέας γίνεσαι, σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου. Είναι άλλος ο γονέας ενός παιδιού ενός έτους, είναι άλλος ο γονέας ενός έφηβου και άλλος ο γονέας ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να αφήσει το παιδί του να πετάξει με τα δικά του τα φτερά.
Το ότι είμαστε γονείς μια και έξω και για πάντα, είναι ένας μεγάλος μύθος γύρω από τη γονεϊκότητα. Για ποιον γονιό μιλάμε ακριβώς; Δεν υπάρχει ένας τρόπος να είσαι γονέας μια ζωή».
Το δίλημμα που τίθεται στις γυναίκες: Εργασία ή μητρότητα;
«Οι μύθοι που αναφέραμε ήταν η πιο βασική προσέγγιση της γονεϊκότητας παλαιότερα. Αρκούσε να είμαστε καλοί άνθρωποι, να κάνουμε παιδιά και να φροντίζουμε τις πρωταρχικές τους ανάγκες.
Στη σύγχρονη εποχή, όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Σήμερα, οφείλουμε να σεβόμαστε το αν θέλει κάποιος να γίνει γονιός, αλλά και το τι σημαίνει το “επιθυμώ να κάνω ένα παιδί” για τον καθένα. Να σεβόμαστε την ιστορία μας και τις διαδρομές της και να συνδέουμε με αυτήν την επιθυμία απόκτησης παιδιού και όχι με το τι συμβουλεύουν οι γονείς, η γειτόνισσα, οι φίλοι, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτό που είναι πολύ σημαντικό σήμερα είναι το πώς μπορούν οι γονείς, κυρίως οι γυναίκες, να κατανοήσουν ότι μπορεί να υπάρξουν ως υποκείμενα και εκτός μητρότητας. Οι Ελληνίδες σήμερα δεν έχουν κατακτήσει αυτήν την πεποίθηση του μπορώ και να δουλεύω και να είμαι μητέρα.
Ούτε η κοινωνία μας υποστηρίζει αυτή την διπλή ταυτότητα, καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς και κατάλληλα στελεχωμένες δημόσιες δομές ημερήσιας υποδοχής και φροντίδας βρεφών και νηπίων. Με τον τρόπο αυτό, είναι σαν να πρέπει οι γυναίκες να επιλέξουν αν θα πρέπει να είναι εργαζόμενες ή μητέρες. Η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου παιδοκεντρική. Έτσι λοιπόν σήμερα είναι σαν να τίθεται ένα δίλημμα στη γυναίκα που θέλει να εξελιχθεί επαγγελματικά και να κάνει παιδί: “θα γίνω μητέρα ή θα είμαι μια γυναίκα που θα εξελιχθώ επαγγελματικά;”.
Αλλά ούτε και το να υπάρχει η γυναίκα ως ολοκληρωμένο υποκείμενο ανεξαρτήτως του αν έκανε ή όχι παιδιά, είναι μέρος των κοινωνικών μας αναπαραστάσεων και αντιλήψεων».
Η εικόνα των καταθλιπτικών μωρών δεν είναι γνωστή και στους παιδιάτρους και μωρά που έχουν κατάθλιψη διαγιγνώσκονται ως αυτιστικά ή ότι ανήκουν στο φάσμα ή αργότερα ότι έχουν διάσπαση ελλειμματικής προσοχής.
Η ολοκληρωτική εξάρτηση από ένα μωρό και η κατάθλιψη
«Μεγάλο μέρος των καταθλίψεων παράγεται από αυτό το δίλημμα: “εργασία ή μητρότητα”.
Καθώς δεν υπάρχει κοινωνική και επιστημονική ευαισθητοποίηση, στα όσα συμβαίνουν σε ψυχικό επίπεδο στην νέα μητέρα τον πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού της, οι γυναίκες δεν είναι έτοιμες να παραδοθούν με έναν παθητικό τρόπο στον ρόλο της μητρότητας: να αφιερωθούν στην παρατήρηση, εκπλήρωση των αναγκών και στη φροντίδα του μωρού τους, ως πρωταρχική ενασχόληση.
Το να μπορεί να παραδοθεί μια γυναίκα στη φροντίδα του μωρού της και την οικοδόμηση της σχέσης μαζί του ως πρωταρχική ενασχόληση χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τον προηγούμενο εαυτό της, την ταυτότητα της, τη δουλειά της, προκαλεί συχνά έντονες καταθλιπτικές σκέψεις.
Φοβούνται πάρα πολύ οι σημερινές γυναίκες την εξάρτηση από ένα μωρό. Αυτή η ολοκληρωτική εξάρτηση των μωρών από τη μητέρα τους, είναι κάτι που είναι ενάντια στην εξελισσόμενη και μεταλλασόμενη γυναικεία ταυτότητα. Είναι σαν να μην έχει επέλθει μια ισορροπία ανάμεσα στους παραδοσιακούς ρόλους του να μεγαλώνεις παιδιά και στους σύγχρονους ρόλους μια γυναίκας που θέλει να εξελιχθεί και να είναι αυτάρκης.
Αυτή η σύγκρουση είναι η βάση αρκετών από τις καταθλίψεις που βλέπουμε και πολλών γυναικών που έρχονται στην Κοιτίδα και μας λένε ότι δεν μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους».
Γιατί δεν μπορούν οι γυναίκες να βρουν την ισορροπία;
«Επειδή δεν αναγνωρίζεται ανοιχτά και δημόσια ότι μία μητέρα μπορεί να θέλει να φροντίσει το μωρό της, αλλά ταυτόχρονα να θέλει και να διατηρήσει ένα μέρος του τρόπου ζωής που είχε.
Στην αρχή οι γυναίκες έχουν έναν φόβο να παραδοθούν στις ανάγκες του μωρού τους, αυτό τους προκαλεί αμφίθυμα συναισθήματα. Αυτό είναι φυσιολογικό και πρέπει να αναγνωρίζεται στη νέα μητέρα.
Είναι φυσιολογικό όταν μια γυναίκα δεν κοιμάται για νύχτες ολόκληρες να της “έρχεται να πετάξει το μωρό της από το παράθυρο”. Αυτές που το πράττουν είναι ελάχιστες, έχουν σοβαρή ψυχική διαταραχή και είναι εκείνες που το περιβάλλον τους δεν αναγνώρισε καθόλου αυτά τα βίαια συναισθήματα και δεν παρείχε τον χώρο έκφρασης τους στις κατάλληλες δομές και στους κατάλληλους επαγγελματίες υγείας».
Οι πρώιμες καταθλίψεις στα μωρά
«Τα κέντρα περιγεννητικής φροντίδας είναι ο μόνος τρόπος για να κάνουμε πρόληψη στην ψυχοπαθολογία των παιδιών και των ενηλίκων, αλλά και εξοικονόμηση πόρων. Διότι όταν μία γυναίκα εγκατασταθεί μέσα στην ψύχωση και την κατάθλιψη πέρα από τον ανθρώπινο πόνο, αυτό κοστίζει στο κράτος πάρα πολλά χρήματα.
Ταυτόχρονα, αυτές οι μαζικές διαγνώσεις που γίνονται πλέον στα παιδιά, ότι όλα έχουν διάσπαση προσοχής ή αυτισμό, πολύ συχνά είναι πρώιμες καταθλίψεις. Η εικόνα των καταθλιπτικών μωρών δεν είναι γνωστή και στους παιδιάτρους και μωρά που έχουν κατάθλιψη διαγιγνώσκονται ως αυτιστικά ή ότι ανήκουν στο φάσμα ή αργότερα ότι έχουν διάσπαση ελλειμματικής προσοχής. Αν γνώριζαν οι παιδίατροι την κλινική μορφή των πρώιμων καταθλίψεων σε βρέφη και νήπια, θα μπορούσαν μέσα από σύντομες παρεμβάσεις, οι κλινικές εικόνες αυτές να υποχωρήσουν, οι άνθρωποι να είναι πιο χαρούμενοι, τα μωρά να εξελίσσονται και να αναπτύσσουν το δυναμικό τους και το κράτος να εξοικονομεί πόρους που διατίθενται για τους λάθος λόγους.
Αν μπει σε ένα μωρό η ταμπέλα του αυτιστικού, αυτή θα το ακολουθεί δια βίου, με αποτέλεσμα το ίδιο και οι άνθρωποι γύρω του να γίνονται δυστυχισμένοι και το κράτος να καταναλώνει πόρους σε αναποτελεσματικές θεραπείες.
Όλα όσα γνωρίζουμε πλέον για τις πολύπλοκες ικανότητες των βρεφών από τη στιγμή της γέννησης τους να σχετισθούν, απαιτούν να γνωρίσουμε το παιδί μας ως ένα ξεχωριστό υποκείμενο, ποιος είναι αυτός ο νέος άνθρωπος που ήρθε στην ζωή μας, να το παρακολουθήσουμε, να δούμε με ποιον έχουμε να κάνουμε, να γνωρίσουμε τους ρυθμούς του, τις ικανότητες ή τις αδυναμίες του. Οι γονείς πρέπει να προσαρμοστούν στο μωρό και όχι το μωρό στους γονείς.
Το μωρό είναι ένα υποκείμενο. Δεν είναι μία πλαστελίνη που θα πάμε να γράψουμε πάνω ότι εμείς θέλουμε.
Σε έναν χώρο υποδοχής γονέων και μωρών, που σε άλλες χώρες υπάρχουν στην κάθε γειτονιά, με εκπαιδευμένες μαίες, νοσηλεύτριες όχι μόνο ψυχολόγους και ψυχαναλυτές, αυτό θα ήταν το κεντρικό κομμάτι. Είχαμε κάποτε τον θεσμό των επισκεπτριών υγείας, γιατί τον καταργήσαμε; Πήγαιναν στα σπίτια και έβλεπαν πάρα πολλά, ξεκινώντας από το πώς χτίζεται σιγά σιγά η σχέση του μωρού με τη μητέρα και το περιβάλλον του».
Οι γονείς δεν βάζουν τα όρια και αυτό επειδή δεν αναγνωρίζουν ότι το παιδί γίνεται ένα χωριστό υποκείμενο με δικές του ανάγκες.
Ο ρόλος του πατέρα, ειδικά στους πρώτους μήνες ζωής του μωρού
«Στη σύγχρονη κοινωνία δεν μιλάμε μόνο για μητέρα ή πατέρα. Μιλάμε για γονείς. Δεν επιτρέπεται να αγνοούμε την κοινωνική πραγματικότητα των νέων μορφών οικογένειας.
Η μητέρα και ο πατέρας παραπέμπουν σε ένα παραδοσιακό μοντέλο γονεϊκότητας, το οποίο ακόμα υπάρχει, αλλά δεν είναι το μόνο, οπότε ας ονομάσουμε τον άλλο γονιό “ο τρίτος”.
Ο ρόλος του “τρίτου”, “του άλλου γονέα” ή, παραδοσιακά, του πατέρα είναι να διαχωρίζει τη μητέρα από αυτή τη συγχωνευτική τάση, την οποία έχει εκ της φύσεώς της να προσκολλάται στο μωρό της.
Στη φύση της μητέρας είναι να μην θέλει να αποχωριστεί το μωρό της, διότι αυτό βγήκε από μέσα της, ήταν ένα με το σώμα της και το ένιωθε για εννέα μήνες.
Από τον τέταρτο μήνα και σίγουρα από το δεύτερο εξάμηνο και μετά, η μητέρα οφείλει να διαχωρίζεται από το παιδί. Αν αφήναμε μία μητέρα με το μωρό της, σε πολλές περιπτώσεις δεν θα διαχωρίζονταν ποτέ. Χρειάζεται, λοιπόν, κάποιος να έρθει και να πει στη μητέρα “είμαι και εγώ εδώ, σταμάτα αυτή την τρέλα, δεν βοηθάς το παιδί σου. Υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή σου”.
Το πρωταρχικό πρόσωπο φροντίδας θέλει στήριξη στον ρόλο που αναλαμβάνει. Ο “τρίτος”, ανεξαρτήτως φύλου, έρχεται για να διαχωρίζει τον πρωταρχικό φροντιστή από την τάση συγχώνευσης και αδιαφοροποίητης σχέσης που έχει με το μωρό».
Γιατί δεν υπάρχουν όρια σήμερα;
«Η λέξη όριο σημαίνει διαφορά – διαφορά ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά, ανάμεσα σε εμένα και ένα άλλο άτομο που δεν ειμαι εγώ. Όταν λοιπόν λέμε όριο εννοούμε ότι διαχωρίζουμε δύο περιοχές, όπως λέμε το “όριο αυτής της πόλης ή το όριο σε αυτό το χωράφι”, έτσι και στη σχέση γονέα – παιδιού.
Δεν υπάρχουν όρια, επειδή οι σύγχρονοι γονείς – για πάρα πολλούς λόγους, που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά με τα οποία εκείνοι έχουν μεγαλώσει – νιώθουν μια μεγάλη ενοχοποίηση σχετικά με το να πούν “όχι”.
Σκέπτονται πως βάζοντας όρια δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες του παιδιού τους. Από τη μία υπάρχει αυτός ο φόβος, να αφεθούν δηλαδή, εντελώς στο παιδί και από την άλλη βλέπουμε, για παράδειγμα, παιδιά που φτάνουν τα 5 και 6 χρόνια και κοιμούνται με τους γονείς τους στο ίδιο κρεβάτι ή και θηλάζουν.
Αυτές οι αντιλήψεις, που προωθούνται συχνά από ανθρώπους και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που δεν είναι γνώστες των επιστημονικών αρχών που προάγουν την θεμελίωση της αυτονόμησης και της ανθεκτικότητας ενός παιδιού, είναι ο προάγγελος της μη οριοθέτησης και αργότερα της βίας.
Όταν ένα παιδί είναι προορισμένο από τη φύση του μετά τον τέταρτο – πέμπτο μήνα να βγάζει δόντια, έρχεται εξελικτικά από την φύση το όριο: μπορεί να ξεκινήσει να τρώει στέρεες τροφές και όχι να σιτίζεται μόνο θηλάζοντας. Από τον έβδομο ή όγδοο μήνα θα αρχίσει να μπουσουλάει ή και να περπατάει.
Ενώ, λοιπόν, η φύση του έχει δώσει τη δύναμη να κινείται και να τρώει, εμείς θηλάζοντάς το αποκλειστικά και επιτρέποντάς του να κοιμάται μαζί μας, δεν του αναγνωρίζουμε την κατάκτηση αυτών των νέων ορόσημων εξέλιξης που θα οδηγήσουν σταδιακά στην αυτονόμηση του και την διαφοροποίηση του από το σώμα της μητέρας.
Γίνεται ένα χωριστό υποκείμενο με δικές του ανάγκες. Όταν του λέμε “φάε μόνο από το στήθος μου” ή το κρατάμε στο δωμάτιό μας δεν το σεβόμαστε.
Το ότι τα παιδιά δεν έχουν όρια, οφείλεται στο ότι οι γονείς δεν τα θέτουν. Οι σύγχρονοι γονείς θεωρούν ότι είναι καλοί μόνο όταν λένε “ναι” σε όλα και ας είναι εξουθενωμένοι, και θυμωμένοι μέσα τους. Δεν αναγνωρίζουν την πολύ απλή διαφοροποίηση: “εσύ θέλεις αυτό, εγώ κάτι άλλο, θα τα πούμε το πρωί”.
Αργά ή γρήγορα το παιδί θα πάει σχολείο. Εκεί θα ακούσει το “όχι” και δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί ψυχικά στην ματαίωση. Αν εμείς το μεγαλώνουμε μέχρι τότε σε μία αυταπάτη, σε ένα ψέμα ότι όλα είναι εφικτά».
Η μη οριοθέτηση βρίσκεται και στη βάση της βίας που βλέπουμε διαρκώς να αυξάνεται στους εφήβους και γενικώς στην κοινωνία.
Τι συμβαίνει όταν δεν μπαίνουν όρια
«Όταν αυτή η σύγχυση, αυτή η “πολτοποίηση”, έτσι θα χαρακτήριζα τη συγκεκριμένη συμπεριφορά προς το παιδί, συνεχίζεται οι γονείς αντιστρατεύονται και αντιτίθενται στην εξέλιξη του παιδιού, πράγμα που ξέρουμε ότι προκαλεί μεγάλη ένταση. Αν δεν υπάρχουν όρια θα υπάρχει μια διάχυτη διέγερση, διαρκής αναστάτωση, μια συνεχής γκρίνια και από την πλευρά των γονιών και από την πλευρά του παιδιού, με αποτέλεσμα να βλέπουμε τα παιδιά να φωνάζουν και να χτυπούν το ένα το άλλο αργότερα στους παιδικούς σταθμούς και τα νηπιαγωγεία.
Σε αυτό, βέβαια, συνέτεινε και η απομόνωση από τον Covid-19, όπου οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια. Διερράγη ο κοινωνικός ιστός, ενώ τα παιδιά εκείνης της γενιάς δεν αναγνωρίζουν καν τα συναισθήματα στα πρόσωπα των άλλων, λόγω της μακροχρόνιας χρήσης μάσκας από τα πρόσωπα που τα φρόντιζαν καθημερινά.
Η μη οριοθέτηση βρίσκεται και στη βάση της βίας που βλέπουμε διαρκώς να αυξάνεται στους εφήβους και γενικώς στην κοινωνία. Για να μην είμαστε βίαιοι πρέπει να αναγνωρίσουμε από πάρα πολύ νωρίς ότι ο άλλος είναι διαφορετικός και οι ανάγκες / επιθυμίες μας διαφορετικές.
Αυτό είναι η πρόληψη της βίας. Αν δεν μάθουμε από πολύ νωρίς στους ανθρώπους τι σημαίνει να σέβονται τον άλλο, τη διαφορετικότητα του, δεν θα αλλάξουν τα πράγματα, δεν αντιμετωπίζεται η βία με διοικητικά μέτρα. Τότε μόνο σχετιζόμαστε και γινόμαστε ενήλικες – όταν αναγνωρίσουμε ότι ο άλλος είναι διαφορετικός, είτε αυτός είναι το παιδί μας είτε ο γονιός μας. Τον αγαπάμε και μας αγαπάει, παρά τις διαφορές μας.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι φορτωμένοι λανθασμένες αντιλήψεις. Η ενημέρωση δεν ελέγχεται, το διαδίκτυο είναι ένα πάρα πολύ χρήσιμο εργαλείο, αλλά κάνει και πάρα πολύ κακό, διότι κυκλοφορούν μέσω αυτού ανεξέλεγκτα πληροφορίες. Αυτή η ευκολία με την οποία διαχέονται οι πληροφορίες έχει δώσει βήμα σε ανθρώπους ακατάλληλους που γράφουν και διαχέουν στοιχεία εντελώς λανθασμένα. Ποιοι είναι οι άνθρωποι που τα διαχέουν όλα αυτά; Εκείνοι, ίσως, που στερήθηκαν τους γονείς τους. Εκείνοι που σήμερα είναι 30, 35 ή 40 ετών, παιδιά δηλαδή που μεγάλωσε η δική μου η γενιά, οι baby boomers, οι περισσότεροι εκ των οποίων θελήσαμε να κάνουμε καριέρα, υπερκαταναλώνοντας και αγνοώντας κάποια πιο ποιοτικά, ανθρώπινα χαρακτηριστικά των σχεσεων.
Ίσως γι αυτό σήμερα τα παιδιά μας, οι Millenials, προσπαθούν να εξισορροπήσουν το μοντέλο γονεϊκότητας που αυτοί δεν είχαν. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Xρειάζεται ορθή ενημέρωση, χρειάζονται δημόσιες καμπάνιες, χρειάζεται γνώση που έρχεται από οι ειδικούς στο αντικείμενο».
Το δημογραφικό πρόβλημα και το παράδοξο της γονεϊκότητας
«Λέμε διαρκώς ότι πρέπει να λύσουμε το δημογραφικό μας. Τι σημαίνει, όμως, αυτό; Σημαίνει απλώς να αυξηθούν οι γεννήσεις; Δεν είναι παράδοξο σε μια κοινωνία η οποία αγωνίζεται, κάνει καμπάνιες για την αύξηση του πληθυσμού της να μην υπάρχει καμία πρόβλεψη για το πώς μεγαλώνουν και πώς συνοδεύονται κατάλληλα τα παιδιά στην ανατροφή τους;
Πριν να λύσουμε το δημογραφικό, πρέπει να εστιάσουμε στο ότι η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου παιδοκεντρική και δεν υπάρχει επαρκής ευαισθητοποίηση σχετικά με τους παράγοντες και τις καλές πρακτικές που ευνοούν την ομαλή σωματική και ψυχική εξέλιξη των μικρών παιδιών.
Αυτοί οι οποίοι σχεδιάζουν τις πολιτικές ημερήσιας φροντίδας και ψυχικής υγείας και ανάπτυξης των παιδιών πρέπει να ευαισθητοποιηθούν περισσότερο στην καθοριστική σημασία που διαδραματίζουν οι πρώιμες εμπειρίες φροντίδας τα πρώτα χρόνια της ζωής στην εδραίωση και ανάπτυξη της ψυχικής και σωματικής υγείας του ανθρώπου για όλη την διάρκεια της .
Ο δείκτης πολιτισμού μίας κοινωνίας σχετίζεται με τα μέτρα και τις πρακτικές που έχουν σχεδιασθεί και εφαρμόζονται για την προστασία και προαγωγή της ψυχικής υγείας των εγκύων, των βρεφών και του περιβάλλοντος τους».
Κείμενο: Michelle Knudsen Εικονογράφηση: Kevin Hawkes Μετάφραση: Μάνος Μπονάνος Εκδόσεις: Παπαδόπουλος Χρονιά έκδοσης: 2024 Ηλικία: 5+
Σε αρκετά σπίτια εμφανίζονται αράχνες. Έτσι έγινε και στης κυρίας Μπέτι. Μόνο που ούτε λόγος για να το διώξει! Του φέρθηκε όπως θα έκανε σε ένα γατάκι: το καλωσόρισε το τάισε, έπαιξε μαζί του, το κοίμισε και του έδωσε όνομα: Λουίτζι. Μπορεί όμως μια αράχνη να ζει για πάντα ως γατούλα προκειμένου να είναι αγαπητή; Και τι θα γίνει όταν γίνει και πάλι ένα μεγάλο, τριχωτό αραχνάκι;
Το πρώτο που σκέφτηκα διαβάζοντας το βιβλίο είναι η αποστροφή των παιδιών (των ανθρώπων γενικότερα) για τις αράχνες και η συμβολή του βιβλίου αυτού στην ανατροπή αυτής της διάθεσης. Ο Λουίτζι είναι πανέμορφος και αξιαγάπητος: ένα γλυκύτατο κατοικίδιο, που επιθυμεί την συμπάθεια των ανθρώπων. Δεν θα με εξέπληττε αν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, εξοικειώνονταν μικροί-μεγάλοι με τη θέα, την παρατήρηση και την αποδοχή των αραχνών που βρίσκονται κοντά τους.
Πέραν αυτού -που αμφιβάλω ότι ήταν στους στόχους των δημιουργών του- το βιβλίο πραγματεύεται την ταυτότητα και την αυθεντικότητα. Θέλοντας να σχετιστούμε -όπως έγινε με την Μπέτι και τον Λουίτζι- ταυτίζουμε αυτό που βρήκαμε με αυτό που ψάχναμε και αλλάζουμε για να ταιριάζουμε. Όμως, η εσωτερική μας ανάγκη για την αλήθεια και την αυθεντικότητα σύντομα χτυπά την πόρτα. Και προς έκπληξή μας, θέλουμε ακόμα να είμαστε μαζί: μια κυρία με ένα βιβλίο στο χέρι και το αραχνάκι στον ώμο, παρά τα τρομακτικά και ανατριχιαστικά αραχνένια πόδια του. «…απ’ ότι φαίνεται, αυτό που πάντοτε ήθελα ήσουν εσύ».
Μεγάλη ευθύνη να είναι κάποιος/α γονέας. Ένα από τα κυριότερα πράγματα που οφείλουν να κάνουν όλοι οι γονείς είναι να στηρίζουν τα παιδιά τους σε όλα τους τα βήματα. Να είναι δίπλα τους και να τα βοηθούν να πιστέψουν στον εαυτό και στις ικανότητές τους. Να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να ονειρεύονται. Να σκέφτονται και να πραγματοποιούν τις ευχές τους! Η συγγραφέας Olivia Hope μέσα από το παραμύθι της ”Να είσαι ελεύθερο, μικρό μου” (Be Wild, Little One), το οποίο κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση του κυρίου Γιώργου Τσακνιά, απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 4 ετών και άνω και τα βοηθά ώστε να βρουν τον δρόμο προς την ελευθερία της σκέψης και της αναζήτησης του εαυτού τους μέσα από την θετική αλληλεπίδραση με τον κόσμο χάρη στο παιχνίδι και την άπλετη φαντασία.
Περιγραφή:
Αποδράστε στη φύση και αγκαλιάστε την ελευθερία με αυτό το βιβλίο-ύμνο στην τόλμη και την αυτοπεποίθηση. Πετάξτε πάνω από ωκεανούς, τρέξτε στα χιονισμένα βουνά παρέα με τους λύκους, χορέψτε με τις πυγολαμπίδες και ετοιμαστείτε ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!
Πιάνοντας το βιβλίο και ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του, οι πολύχρωμες κι ευφάνταστες εικόνες του κυρίου Daniel Egnéus δίνουν ζωή στα λεγόμενα της συγγραφέως, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο πιο οικεία κι ευχάριστη όλη την ιστορία. Μία ιστορία άκρως ψυχαγωγική και διδακτική, που τη διακρίνει ο άμεσος και κατανοητός λόγος της συγγραφέως, οι σύντομες προτάσεις, τα απτά παραδείγματα, η μεγάλη γραμματοσειρά και μία γενικότερη ενθαρρυντική στάση της συγγραφέως προς όλα τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο. Ναι, τα βιβλία είναι μία ”επένδυση” και εγώ επιλέγω να εστιάζω την προσοχή μου σε τόσο ποιοτικά και καλά βιβλία όπως κι αυτό!
Για το βιβλίο-έρευνα-μαρτυρία της Κάτια Χόγιερ [Katja Hoyer] «Πέρα από το Τείχος – Ανατολική Γερμανία, 1949-1990» (μτφρ. Νίκος Ρούσσος, εκδ. Παπαδόπουλος). Κεντρική εικόνα από το εξώφυλλο της βρετανικής έκδοσης του βιβλίου.
Ο παρόν τόμος είναι ένα βιβλίο για τη ζωή των απλών ανθρώπων σε μια από τις πιο περίεργες χώρες του σοβιετικού μπλοκ. Η ζωή αυτών των ανθρώπων, όπως προκύπτει από την κατάθεση δικών τους επιστολών, γραμμάτων, αφηγήσεων αλλά και μέσα από τα αρχεία της περιβόητης αρχής ασφάλειας, τη Στάζι, έρχεται να συναντήσει δέκα περιόδους της ιστορίας της ενιαίας αρχικά και της διχασμένης Ανατολικής Γερμανίας στη συνέχεια, από το 1918 έως το 1945 πριν και μετά την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ και της Ανατολικής Γερμανίας ή ακριβέστερα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) από το 1945 έως τις 3 Οκτωβρίου 1990, όπου και πέθανε αυτό το περίεργο κράτος.
Γιατί όμως περίεργο; Γιατί αρχικά στις προθέσεις και των Τεσσάρων Συμμάχων κατά του Χίτλερ δεν υπήρχε το σενάριο της διάσπασης της Γερμανίας, αλλά και γιατί όσο κι αν αυτή η νέα χώρα θεωρήθηκε δορυφόρος των Σοβιετικών, παρουσίασε σχετικές ιδιομορφίες. Όσο και να φαίνεται παράξενο σε σχέση με τους μύθους που υπάρχουν, η Κάτια Χόγιερ, συγγραφέας και έγκυρη δημοσιογράφος, η οποία έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην Ανατολική Γερμανία, γερμανοβρετανίδα η ίδια, υποστηρίζει πως ο Στάλιν δεν ήθελε αυτό το διαχωρισμό. Πριν από τον Ψυχρό Πόλεμο πίστευε πως θα μπορούσε η χώρα του, η Σοβιετική Ένωση, να έχει περισσότερη ασφάλεια αν υπήρχε μια ουδέτερη ενωμένη Γερμανία και όχι δυο διασπασμένες χώρες που θα εντάσσονταν σε διαφορετικούς συνασπισμούς. Ήταν η Σοβιετική Ρωσία του Στάλιν που πίεζε τους πρώτους κομμουνιστές Ανατολικογερμανούς ηγέτες να κρατούν πάντα ανοικτό το θέμα της επανένωσης. Όσο περισσότερο όμως κυλούσε ο χρόνος τόσο ο διαχωρισμός φαινόταν αναπόφευκτος και ουσιαστικά μετά το 1949 η ζωή κυλούσε με δεδομένη την εδραίωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ) και τα πρώτα βήματα της εκκολαπτόμενης ΛΔΓ. Ακόμη όμως το 1952 με το περιβόητο «Σημείωμα Στάλιν» προς τους εκπροσώπους των πρώην Δυτικών Συμμάχων, αυτός πρότεινε εκ νέου την επανένωση των δυο Γερμανιών με τη μορφή ενός ουδέτερου κράτους.
Μαύρες και λευκές σελίδες ζωής
Πώς όμως κυλούσε η ζωή σ’ αυτή τη νέα χώρα; Η συγγραφέας δεν μας μεταδίδει μόνο μια μαύρη εικόνα για τον Ανατολικό Τομέα της Γερμανίας, όπως είναι η συνήθης προσέγγιση πολλών ιστορικών της περιόδου και της χώρας. Μας παραδίδει μια ιστορία γραμμένη με συναρπαστικό τρόπο από την ίδια, ιδωμένη όμως μέσα από τις ζωές των καθημερινών Ανατολικογερμανών. Μας παραδίδει μια ιστορία λευκών και μαύρων σελίδων. Αν και προσωπικά θεωρώ πως οι λευκές σελίδες παρουσιάζονται, σε μερικά σημεία, περισσότερο λευκές απ’ όσο ήταν πραγματικά. Από την άλλη όμως δεν έχουμε τη συνήθη μηδενιστική παρουσίαση μιας χώρας που συνδύασε μια στρατοκρατούμενη –στην κυριολεξία– κοινωνία με ένα κράτος πρόνοιας που ο δυτικός κόσμος ούτε καν θα το φανταζόταν έως τη δεκαετία του 1960, αλλά και μετά.
Καταρχάς την περίοδο 1933-1945 τον σταλινισμό γνώρισαν πολύ καλά στο πετσί τους οι Γερμανοί κομμουνιστές που είχαν καταφύγει στη Ρωσία, πιστεύοντας πως έτσι θα σωθούν από τον Χίτλερ. Σώθηκαν αρχικά, μερικοί εξ αυτών, με το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, από το να παραδοθούν στη ναζιστική Γερμανία, ενώ οι περισσότεροι είχαν ήδη εξοντωθεί και οι υπόλοιποι εξοντώθηκαν στη συνέχεια από τον Στάλιν που από μια στιγμή και ύστερα του «κόλλησε» η ιδέα πως για να έχουν ξεφύγει από τον Χίτλερ δεν μπορεί παρά να ήταν πράκτορές του που διείσδυσαν στη Ρωσία. Ο φόβος και η δουλικότητα απέναντι στον Στάλιν υπήρξε καθοριστικός για τη δράση των εναπομεινάντων Ανατολικογερμανών ηγετών, ακόμη κι όταν το 1945 ανήλθαν οι ίδιοι στην εξουσία.
Οι Γερμανοί του Ανατολικού Τομέα απαλλάχτηκαν από τους ναζί το 1945, αλλά τα δεινά τους συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια. Αρχικά το μεγάλο πρόβλημα ήταν η αντιμετώπισή τους, κυρίως των γυναικών και των μητέρων, από τους εξοργισμένους Ρώσους στρατιώτες, λόγω των βαναυσοτήτων που οι Γερμανοί ναζί είχαν κάνει στη χώρα τους. Υπολογίζεται πως η ήττα των ναζί συνοδεύτηκε από το βιασμό δυο εκατομμύρια Γερμανίδων και από τις απίστευτες ταλαιπωρίες των προσφύγων από το μέχρι τότε ανατολικό τμήμα της χώρας που παραχωρήθηκε στην Πολωνία.
Οι πρώτοι ηγέτες του Ανατολικού Τομέα ήταν εκείνοι οι Γερμανοί κομμουνιστές που με διάφορους τρόπους, αλλά κυρίως με την απόλυτη υποταγή τους στον Στάλιν, διασώθηκαν από τις εκκαθαρίσεις. Ο πρώτος ηγέτης της χώρας ο Βάλτερ Ούλμπριχτ που έμεινε στην εξουσία μέχρι το 1971, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα αλλά και προθέσεις, ήταν μια πολύ δύσκολη περίπτωση για απλοϊκές ερμηνείες.
Οι πρώτοι ηγέτες του Ανατολικού Τομέα ήταν εκείνοι οι Γερμανοί κομμουνιστές που με διάφορους τρόπους, αλλά κυρίως με την απόλυτη υποταγή τους στον Στάλιν, διασώθηκαν από τις εκκαθαρίσεις. Ο πρώτος ηγέτης της χώρας ο Βάλτερ Ούλμπριχτ που έμεινε στην εξουσία μέχρι το 1971, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα αλλά και προθέσεις, ήταν μια πολύ δύσκολη περίπτωση για απλοϊκές ερμηνείες. Αγωνιστής κατά των ναζί, όπως και ο διάδοχός του Έριχ Χόνεκερ, πίστεψε στη λαϊκή εξουσία, μόνο που αυτή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την κυριαρχία του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, SED). Αν και δεν καταργήθηκαν όλα τα κόμματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αυτά συγχωνεύτηκαν σ΄ ένα «συνασπισμό» υπό την ηγεσία του SED. Οι Ανατολικογερμανοί έκτοτε έως τον Μάρτιο του 1990 έριχναν υποχρεωτικά στις κάλπες την ενιαία λίστα. Το μόνο που υποτίθεται μπορούσαν να κάνουν ήταν να σβήνουν κάποια ονόματα από τη λίστα. Η κατανομή των εδρών ήταν προκαθορισμένη υπέρ του SED. Αυτό ήταν μια γερμανική αντιγραφή του σοβιετικού μονοκομματισμού. Παρόλα αυτά, λόγω και της ζωής που έκαναν στο παρελθόν, τόσο επί δημοκρατίας όσο και επί ναζισμού, τα εργατικά στρώματα ήταν έτοιμα να δεχτούν αυτή την εξέλιξη, αρκεί να τους εξασφάλιζε μια καλύτερη ζωή.
Εξαρτημένη από τους Σοβιετικούς
Μια χώρα όμως κατεστραμμένη, χωρίς φυσικούς πόρους πέραν του λιγνίτη, αν και με καλό εργατικό δυναμικό, ήταν άμεσα εξαρτημένη από τους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι μέχρι το 1953 με τη μορφή αποζημιώσεων και επανορθώσεων είχαν αποσπάσει από τη χώρα προϊόντα, εξοπλισμό και χρήματα αξίας άνω των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρόλες τις υποσχέσεις για καλύτερη ζωή η σύγκριση με την ΟΔΓ ήταν καταλυτική σε βάρος της ΛΔΓ. «Ενώ ο Αντενάουερ κέρδιζε τις καρδιές των Δυτικογερμανών με ένα «οικονομικό θαύμα» που ξανάφερνε τον καταναλωτισμό και την απόλαυση στη ζωή των ανθρώπων, το μόνο που είχε να προσφέρει ο Ούλμπριχτ ήταν ένας οικονομικός κατακλυσμός» (σ. 128) και μια υπόσχεση πως η εξοντωτική εργασία θα οδηγήσει σε καλύτερες μέρες.
Ο θάνατος του Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1953, αν και για πολλούς σήμανε την επιστροφή στην ελπίδα, για τον Ούλμπριχτ και το καθεστώς του σήμαινε πρόσθετες δυσκολίες. Αυτός ο θάνατος βρήκε τη ΛΔΓ στα χειρότερά της με τα γνωστά αρχικά αποτελέσματα της, την μετά από λίγους μήνες εξέγερση των πολιτών της. Οι δυσκολίες της οικονομικής ανάπτυξης, η ολοκληρωτική διακυβέρνηση αλλά κυρίως η διάψευση των προσδοκιών για μια καλύτερη ζωή κυρίως στα μεσαία στρώματα, αλλά και οι πολύ βαριές συνθήκες εργασίας των απλών εργατών, οι ελπίδες εκδημοκρατισμού που είχε γεννήσει αυτός ο θάνατος οδήγησαν στην εξέγερση της 17ης Ιουνίου του ίδιου έτους. Αυτή πατάχθηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Η πρώτη αντίδραση του Ούλμπριχτ στην εξέγερση του 1953 ήταν αφενός να διαβεβαιώσει τους πολίτες πως η γνώμη τους στο εξής θα εισακούεται και αφετέρου πως θα εξοντώσει εκείνους τους εσωκομματικούς αντιπάλους που μέχρι τότε τον εμπόδιζαν στο έργο του. Ενώ ανέκρουσε πρύμναν σε ό,τι αφορούσε την καταστολή της εκκλησίας αλλά έβαλε και φρένο στην απόλυτη κολεκτιβοποίηση της γεωργίας και επέτρεψε μικρομορφές ατομικής επιχειρηματικότητας. Το καλύτερο μέλλον μπορούσε πάλι να προβάλλει δειλά δειλά.
Ο θάνατος του Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1953, αν και για πολλούς σήμανε την επιστροφή στην ελπίδα, για τον Ούλμπριχτ και το καθεστώς του σήμαινε πρόσθετες δυσκολίες. Αυτός ο θάνατος βρήκε τη ΛΔΓ στα χειρότερά της με τα γνωστά αρχικά αποτελέσματα της, την μετά από λίγους μήνες εξέγερση των πολιτών της.
Έκτοτε πολλά άλλαξαν χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει σε βάθος. Οι προσδοκίες και η συναίνεση στο καθεστώς μειώθηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Πάντα το μέτρο σύγκρισης με το παρελθόν ευνοούσε το σημερινό καθεστώς, αλλά έως πότε; Η ζωή για τις οικογένειες κυρίως για τις εργαζόμενες μητέρες άλλαξε προς το καλύτερο με τη βοήθεια ενός πανίσχυρου κράτους πρόνοιας, η εξασφαλισμένη εργασία και υγεία για όλους ήταν πράγματα που δημιουργούσαν μια μορφή αν όχι συναίνεσης τουλάχιστον ανοχής και προσμονής καλύτερων ημερών. Γι’ αυτό και οι περίφημες «Ομάδες Μάχης της Εργατικής Τάξης» που δημιούργησε το καθεστώς μετά την εξέγερση του 1953 δεν μαζικοποιήθηκαν μόνο λόγω του φόβου απ’ αυτό, αλλά και λόγω της πίστης πολλών πως η ζωή τους, έστω και σε συνθήκες μονοκομματισμού, θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερη απ’ ό,τι τις εποχές του πλουραλισμού.
Ο τρόμος της Στάζι
Το καθεστώς Ούλμπριχτ διασώθηκε και από το τσουνάμι της εξέγερσης. Ο τρόμος της περιβόητης Στάζι του Έριχ Μίλκε, ο οποίος παρέμεινε στην ηγεσία της μέχρι το 1989, στα 82 του, αλλά και οι καλύτερες συνθήκες για την ανατροφή της οικογένειας των νέων ανθρώπων, οι δυνατότητες επανακατάρτισής τους και εύρεσης καλύτερων και πιο καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, η αναβάθμιση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία διατήρησαν την όποια συναίνεση, για ένα ακόμη διάστημα, στο καθεστώς. Ο ηθικολογικός λόγος (δες στο βιβλίο τον, δημοσιευμένο το 1958, δεκάλογο συμπεριφοράς του Ούλμπριχτ) όμως δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει τη διαρροή προς τη Δύση των πιο μορφωμένων και πιο τεχνολογικά καταρτισμένων νέων ανθρώπων.
Αυτό οδήγησε στην απόφαση για το κτίσιμο του Τείχους τη νύχτα της 13ης Αυγούστου 1961. Από τη μια στιγμή την άλλη το Τείχος χώρισε οικογένειες που ζούσαν δίπλα η μια στην άλλη. Παρόλο τους νέους μύθους που γεννήθηκαν γύρω από τις αντιδράσεις, η συγγραφέας υποστηρίζει πως αυτές ήταν ελάχιστες. Η κοινωνία είχε πλέον συμβιβαστεί. Όχι μόνο φοβηθεί, αλλά και συμβιβαστεί. Αλλά και το καθεστώς επιχειρούσε να γίνει πιο μετριοπαθές. Το 1962 έγινε μια προσπάθεια περιορισμού της δράσης του Μίλκε και της Στάζι του, το εκπαιδευτικό σύστημα προσπαθούσε να δημιουργήσει συνθήκες μεγαλύτερης ισότητας, ο αθλητισμός, έστω και ντοπαρισμένος, γεννούσε περηφάνεια στην κοινωνία των πολιτών. Πολλοί Ανατολικογερμανοί θυμούνται αυτή την περίοδο ως περίοδο σταθερότητας. Για πολλούς εξ αυτών η δεκαετία του 1960, δεν ήταν μόνο μια περίοδος ολοκληρωτισμού, αλλά και μια περίοδος «μοντερνισμού» και «ιλιγγιώδους ταχείας προόδου» (σ. 251).
Η κοινωνία ήταν διχασμένη σε δυο μεγάλες ομάδες: Η μια, και μικρότερη, ήταν αυτή που ασφυκτιούσε υπό τις συνθήκες ανελευθερίας, αλλά η άλλη, και μεγαλύτερη, ήταν η συμβιβασμένη με την ανυπαρξία της δημοκρατίας για χάρη της καλύτερης ατομικής και οικογενειακής ζωής. Είμαστε στη φάση που ο Ούλμπριχτ διακήρυξε πως ο σοσιαλισμός δεν είναι μια μετάβαση προς τον κομμουνισμό αλλά και ένα ξεχωριστό στάδιο από μόνο του. Βεβαίως θα πρόσθετα πως αυτή η θέση ήταν αποδεκτή και σε άλλους σοβιετικούς δορυφόρους. Για παράδειγμα στη Βουλγαρία αναπτύχθηκε η θέση της «αναπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας» ως ξεχωριστό βήμα και στάδιο από τον ώριμο σοβιετικό σοσιαλισμό. Ήταν ένας τρόπος «ιδεολογικής» διαφοροποίησης από τη μητέρα Σοβιετική Ένωση. Αν και δεν την αναφέρει η συγγραφέας, θα ήθελα να τονίσω μια άλλη διαφορά με τη σοβιετική μητέρα στην οποία όμως αντιτάχθηκε η ανατολικογερμανική επιστημονική κοινότητα.
Στη Σοβιετική Ένωση θεωρούσαν πως η Κοινωνιολογία ήταν αστική επιστήμη, αφού στον υπαρκτό σοσιαλισμό το ρόλο της Κοινωνιολογίας είχε αναλάβει ο ιστορικός υλισμός.
Στη Σοβιετική Ένωση θεωρούσαν πως η Κοινωνιολογία ήταν αστική επιστήμη, αφού στον υπαρκτό σοσιαλισμό το ρόλο της Κοινωνιολογίας είχε αναλάβει ο ιστορικός υλισμός. Αξέχαστα θα μείνουν στη συνείδηση αυτών των πολιτών τα πανάθλια εγχειρίδια ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, από τα οποία έμαθαν τον «μαρξισμό-λενινισμό» και πολλοί στα καθ’ ημάς. Γι’ αυτό και σήμερα κάποιοι έχουν μείνει στα μονόχνοτα σχήματα του «ή εμείς ή αυτοί» αλλά και κάποιοι άλλοι σ’ αυτά του «εμείς οι δημοκράτες και όλοι οι άλλοι «ή σταλινικοί ή ναζί». Στη ΛΔΓ επέμεναν και εκεί πως η Κοινωνιολογία ήταν μια αστική επιστήμη, αντιθέτως στη Βουλγαρία και στην Πολωνία η Κοινωνιολογία θεωρείτο μια ξεχωριστή από τον «ιστορικό υλισμό» σοσιαλιστική επιστήμη. Διαφορές που φαίνονται μικρές αλλά είχαν τη σημασία τους. Με την άνοδο του Μπρέζνιεφ στην εξουσία οι σχέσεις του Ούλμπριχτ με αυτόν περνούν μεγάλες δυσκολίες. Ο Ούλμπριχτ με τον αέρα πως είχε αναπτύξει ένα επίπεδο ζωής καλύτερο απ’ αυτό των υπολοίπων σοσιαλιστικών χωρών, αντιμετώπιζε με αλαζονεία τους άλλους ηγέτες, ακόμη και τον Μπρέζνιεφ.
Η ΛΔΓ του Χόνεκερ και το αναπόφευκτο τέλος της
Το πλήρωσε με τον παραγκωνισμό του από τον χρόνια προστατευόμενό του, τον Έριχ Χόνεκερ. Το 1971 ο Ούλμπριχτ αντικαταστάθηκε από τον Χόνεκερ, η γραμμή του οποίου ήταν συντηρητικότερη, αλλά όχι ριζοσπαστικά διαφορετική από του προκατόχου του. Όσο και αν ο νέος ηγέτης της χώρας έχει τη φήμη του αρτηριοσκληρωτικού, η συγγραφέας τον βλέπει πιο «συμπαθητικά», υπερβολικά «συμπαθητικά» θα έλεγα. Έχει στοιχεία γι’ αυτή της τη συμπάθεια; Βεβαίως και έχει. Αυτός προσπάθησε να δημιουργήσει μια καταναλωτική ευφορία στη χώρα του, αν και έπεσε στην εποχή που ακρίβυνε το χορηγούμενο στη ΛΔΓ σοβιετικό αργό πετρέλαιο, από το οποίο η χώρα δεν επωφελούταν μόνο ενεργειακά αλλά και παρήγαγε άλλα προϊόντα προς εξαγωγή. Οι σοβιετικοί θεώρησαν πως εφόσον η χώρα επωφελούταν απ’ αυτό, πρέπει να πλήρωνε και πιο ακριβά το πετρέλαιο και το σοβιετικό αέριο. Ο Χόνεκερ προσπάθησε να μη στερήσει τους πολίτες από τον καφέ τους κατά την κρίση του καφέ το 1977, έφερε γνήσια δυτικά τζιν για πώληση, άνοιξε τα καταστήματα Intershop, τα οποία πουλούσαν δυτικά προϊόντα με συνάλλαγμα για όλους τους πολίτες και όχι μόνο για τη νομενκλατούρα, όπως γινόταν μέχρι τότε, με τη βοήθεια της κομματικής Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας και της δυτικής μουσικής έκανε ανοίγματα προς όλη την ανατολικογερμανική αλλά και τη δυτική νεολαία, έκανε στροφή στην παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων όπως οι περίφημες κούκλες Ανατολικής Γερμανίας και επέτρεψε την καλλιέργεια συλλογικών αλλά και οικογενειακών κήπων.
Κάθε Γερμανός πολίτης λάμβανε στρατιωτική εκπαίδευση σε διάφορες φάσεις της ζωής του, ενώ για να σπουδάσει ένας νέος άνδρας έπρεπε να εκπληρώσει τριετή θητεία.
Το κυριότερο πλησίασε τόσο πολύ την ΟΔΓ ώστε κατόρθωσε να λάβει μεγάλα δάνεια απ’ αυτήν. Την ίδια όμως περίοδο ο Μίλκε, μην τον ξεχνάμε αυτόν, έσφιγγε ακόμη περισσότερο τα λουριά της Στάζι, ενώ και η στρατιωτικοποίηση εντάθηκε. Κάθε Γερμανός πολίτης λάμβανε στρατιωτική εκπαίδευση σε διάφορες φάσεις της ζωής του, ενώ για να σπουδάσει ένας νέος άνδρας έπρεπε να εκπληρώσει τριετή θητεία. Το καθεστώς αντιμετώπισε με σπασμωδικές και υπερβολικές κινήσεις γεγονότα όπως την αυτοπυρπόληση του πάστορα Όσκαρ Μπρούσεβιτς, τον οποίο προσπάθησε να βγάλει τρελό, κυνήγησε καλλιτέχνες όπως τον Βολφ Μπίρμαν και συγγραφείς όπως τη Κρίστα Βολφ, οι οποίοι δεν ήταν εχθροί των σοσιαλιστικών ιδεωδών, το αντίθετο. Γενικά η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει και ολοκληρώθηκε με τη σύγκρουση Γκορμπατσόφ-Χόνεκερ. Τον Οκτώβριο του 1989 ξεκίνησαν μαζικές διαδηλώσεις υπέρ του Γκόρμπι και κατά του Χόνεκερ που οδήγησαν στην παραίτηση Χόνεκερ στις 17 Οκτωβρίου και στο άνοιγμα του Τείχους στις 9 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Αν και οι αντιφρονούντες διανοούμενοι τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης της ΛΔΓ, η πλειοψηφία των Ανατολικογερμανών μαζί με τον καγκελάριο Κολ ζητούσε την επανένωση. Στις 3 Οκτωβρίου 1990 πέθανε η ΛΔΓ και μια ενωμένη Γερμανία του ενός λαού ήρθε στη θέση της. Όπως όμως δείχνει η κυριαρχία του ακροδεξιού AFD αλλά και οι αντοχές της κόκκινης Σάρα στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας τα προβλήματα καθυστέρησης του ανατολικού τμήματος εξακολουθούν να υπάρχουν και να διαιωνίζονται.
Η Katja Hoyer είναι Γερμανοβρετανίδα ιστορικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας του πολύ γνωστού βιβλίου Blood and Iron. Είναι επισκέπτρια ερευνήτρια στο King’s College του Λονδίνου και μέλος της Royal Historical Society, αρθρογραφεί στη Washington Post και παρουσιάζει μαζί με τον Oliver Moody το podcast «The New Germany». Γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία.
Η συγγραφέας επιχειρεί να δώσει μια αντικειμενική εικόνα της ζωής στην ΛΔΓ, να δείξει τι υπήρχε σ’ αυτή τη χώρα μαζί και «πέρα από το Τείχος». Νομίζω όμως πως υποτίμησε την πλευρά του ολοκληρωτισμού για χάρη των συνθηκών ζωής και των επιτυχιών του κράτους πρόνοιας. Οι συνθήκες ζωής όμως δυσκολεύουν αφάνταστα όταν αναπτύσσονται μέσα σε ολοκληρωτικούς περιορισμούς. Ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν μια παράμετρος αυτών των κοινωνιών, αλλά η καθοριστική παράμετρος. Αυτή η, κατά τη γνώμη μου, υποτίμηση την οδηγεί πολλές φορές σε αντιφατικές κρίσεις, όπως φαίνεται από τα δυο αποσπάσματα που παρατίθενται στο τέλος. Παρά αυτή την επιφύλαξη αυτό εδώ το βιβλίο αποτελεί μια πολύ διαφωτιστική παρουσίαση της ζωής σε μια χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού, η οποία ούτως ή άλλως είχε τις μεγαλύτερες επιτυχίες από τις άλλες σε πολλούς τομείς της ζωής. Καλό είναι να διαβαστεί και να μελετηθεί από πολλούς και πολλές.
Βατή η μετάφραση του Νίκου Ρούσσου διατηρεί την ατμόσφαιρα του βιβλίου και έτσι διευκολύνει την ανάγνωσή του. Έχω κάποιες διαφωνίες με κάποιους τονισμούς ονομάτων και όρους, όπως για παράδειγμα η γνωστή σ’ όλους ως «η NKVD» είναι μάλλον ασυνήθιστο να μετατρέπεται σε «το NKVD», αν και η μετάφραση των αρχικών στα ελληνικά νομιμοποιεί και τις δυο εκδοχές, όντως υπάρχει το «Λαϊκό Επιτροπάτο Εσωτερικών Υποθέσεων» αλλά και η «Λαϊκή Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων». Αλλά αυτά είναι ελάσσονος σημασίας. Θα βοηθούσε ένα ευρετήριο όρων και ονομάτων και η παρουσίαση των αρκτικόλεξων.
ΥΓ. Διάβασα και έγραψα γι’ αυτό το βιβλίο ευρισκόμενος στην πολωνική πόλη Szczecin (Στετίνο). Μια πόλη της βορειοδυτικής Πολωνίας που το 1945 ανήκε στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, όπου και από εκεί εκδιώχθηκαν χιλιάδες Γερμανοί, τους οποίους και συναντάμε στο βιβλίο της Χόγιερ. Επισκέφτηκα εκεί το Εθνικό Μουσείο της πόλης για να δω μια συγκινητική Έκθεση φωτογραφίας, αρχείων, ηχητικών ντοκουμέντων, αντικών και τηλεοπτικών Επικαίρων της εποχής, όπου πραγματικά ο κάθε επισκέπτης μένει άναυδος από τον κυνισμό και τον ολοκληρωτισμό του πολωνικού καθεστώτος, αλλά και από το μεγαλείο όσων αντιστάθηκαν σ’ αυτό. Ακόμη περισσότερο κυνικό και ολοκληρωτικό ήταν και αυτό της ΛΔΓ.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Αποσπάσματα από το βιβλίο
«Η τραυματική εμπειρία της βίαιης γέννησης του γερμανικού κομμουνισμού, την οποία είχαν προκαλέσει τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Στάλιν, θα μπορούσε να είχε ξυπνήσει στους εναπομείναντες εξόριστους την επιθυμία να θεωρήσουν πως επρόκειτο για μια ευκαιρία να οικοδομήσουν ένα ειρηνικό είδος σοσιαλισμού – ένα σύστημα καλύτερο από εκείνο της Σοβιετικής Ένωσης και μια Γερμανία καλύτερη από εκείνη που είχε προηγηθεί. Καταρχάς ο ίδιος ο Στάλιν δεν φαινόταν να έχει αντίρρηση σε αυτό». (σ. 48)
«Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν πως κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του Στάλιν το μόνο που απέμενε από τη γερμανική κομμουνιστική διασπορά ήταν ο πιο αδίστακτος και φιλοσοβιετικός πυρήνας της. Η ηγεσία του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) από την οποία ο Στάλιν επέλεξε τους άνδρες που θα οικοδομούσαν τον σοσιαλισμό στη Γερμανία, δεν είχε επιβιώσει από τη Μεγάλη Τρομοκρατία κατά τύχη αλλά επειδή είχε αποποιηθεί κάθε ηθική». (σ. 49)
Ήρθε η ώρα του παιδικού πάρτι!
Όλοι ξέρουμε πόση οργάνωση χρειάζεται… δραστηριότητες, παιχνίδια, φαγητό και –φυσικά– τα δωράκια για τους μικρούς καλεσμένους.
Αυτό το τελευταίο, αφήστε το πάνω μας!
Τα βήματα είναι απλά:
Συμπληρώστε τα ακόλουθα πεδία, ανάλογα με την ηλικία και τον αριθμό των παιδιών που έχετε καλέσει.
Επιλέξτε ανάμεσα σε πακέτα δώρων, με βιβλία επιλεγμένα από εμάς με φροντίδα και αγάπη.
Στο τέλος του πάρτι μοιράστε τα δωράκια στα παιδιά, χαρίζοντας τους έτσι… ακόμα περισσότερη χαρά!
*Στο κάθε σετ περιλαμβάνονται τα βιβλία και χάρτινες σακούλες για τη συσκευασία δώρου.