
Αυτό που μας φέρνει κοντά! Μια βόλτα στις κουζίνες του κόσμου


Diastixo.gr | 23/10/2025

Γράφει η Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Η Ελένη Λετώνη γεννήθηκε το 1984, μεγάλωσε στη Βόρεια Εύβοια και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) και είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού «Culture, Policy & Management» του City University London. Έχει παρακολουθήσει e-learning προγράμματα Ιστορίας διαφόρων πανεπιστημίων, όπως του Harvard, του University of Pennsylvania, του Wesleyan University και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό της στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Εργάζεται στον τομέα της ναυτιλίας εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Tο 2023 άρχισε τη δική της σειρά podcast με τίτλο «Κάθε γωνιά μια ιστορία» στο pod.gr και το 2024 ξεκίνησε να αρθρογραφεί τακτικά στο protagon.gr. Το βιβλίο της Του Όθωνα τα χρόνια, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Από όλα τα γεγονότα που περιγράφετε στου Όθωνα τα χρόνια, ποιο θεωρείτε πιο καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία της χώρας;
Τα χρόνια του Όθωνα είναι χρόνια που το ελληνικό κράτος ουσιαστικά δημιουργείται από το μηδέν. Η περίοδος διακυβέρνησης του Καποδίστρια διακόπηκε πρόωρα και βίαια, όπως ξέρουμε, δίχως ο Κυβερνήτης να καταφέρει να φέρει εις πέρας το έργο του. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1833 που έρχεται ο 17χρονος Όθωνας, η Αντιβασιλεία, που ασκεί τη βασιλική εξουσία αντί του βασιλιά για 2,5 περίπου χρόνια μέχρι εκείνος να ενηλικιωθεί, καλείται να «χτίσει» ένα κράτος από το μηδέν. Παρά τα λάθη, τις παραλείψεις και, κυρίως, την αδυναμία των μελών της Αντιβασιλείας (ιδίως του Άρμανσμπεργκ) να κατανοήσουν τη δυσκολία να εφαρμοστεί ένας τρόπος διακυβέρνησης δυτικού τύπου σε ανθρώπους που μέχρι πρότινος βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία, το έργο της Αντιβασιλείας ήταν πολύ σημαντικό σε αρκετούς τομείς, όπως η Δημόσια Διοίκηση, η Δικαιοσύνη, η Εκπαίδευση και τα Εκκλησιαστικά. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που οδήγησε στην ψήφιση του πρώτου Συντάγματος της χώρας τον Μάρτιο του 1844, αποτελεί ιστορική στιγμή για την εξέλιξη της Ιστορίας του ελληνικού κράτους.
Στην εισαγωγή, μιλάτε για έναν σπουδαίο καθηγητή που σας ενέπνευσε. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να δείτε την Ιστορία αλλιώς μέσα από τη διδασκαλία του;
Ένας καλός καθηγητής σε διδάσκει. Ένας σπουδαίος καθηγητής σε κάνει να αγαπάς το αντικείμενο που διδάσκει. Εγώ είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που ένας τέτοιος καθηγητής βρέθηκε στον δρόμο μου. Ο τρόπος με τον οποίο έκανε το μάθημα ήταν τόσο ενδιαφέρων –έως και καθηλωτικός, θα έλεγα– ώστε με έκανε να αγαπήσω την Ιστορία, παρότι δίδασκε μία ιστορική περίοδο που μέχρι και σήμερα είναι η λιγότερο «αγαπημένη» μου: η Βυζαντινή. Οπότε δεν ήταν κατ’ ανάγκην αυτό που δίδασκε, αλλά ο τρόπος που δίδασκε εκείνο που με έκανε να αγαπήσω την Ιστορία και τη μελέτη της.
Η Ιστορία μάς «μιλά», κι ας μην το καταλαβαίνουμε.
Και τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε ειδικά στην εποχή του Όθωνα;
Το βιβλίο “Του Όθωνα τα χρόνια” είναι το πρώτο μίας σειράς με τίτλο «Μίλα μου για Ιστορία». Ξεκινώ από τον Όθωνα, λοιπόν, για να πιάσω το νήμα της Ιστορίας του ελληνικού κράτους από την αρχή. Άλλωστε, πιστεύω ότι ένας από τους βασικούς λόγους που μας δυσκολεύει η μελέτη της Ιστορίας είναι το γεγονός ότι όταν τη διδασκόμαστε στο σχολείο παραλείπονται ολόκληρες περίοδοι, με αποτέλεσμα να μη βγάζει πολλές φορές νόημα πώς πήγαμε από το σημείο Α στο σημείο Β. Κάποια γεγονότα μπορεί να φαίνονται –και κάποια είναι– μικρότερης σημασίας από άλλα, το να τα γνωρίζουμε όμως μας βοηθά να βάζουμε τα κομμάτια του παζλ σε σειρά και να κατανοούμε την πλοκή και την εξέλιξη.
Η βασίλισσα Αμαλία παρουσιάζεται και ως fashion influencer της εποχής! Πόσο σημαντικό είναι να δείχνουμε τις πιο ανθρώπινες και καθημερινές πλευρές των ιστορικών προσώπων;
Δεν είναι μόνο σημαντικό, αλλά και απαραίτητο. Θεωρώ ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ίδια την Ιστορία. Τα πρόσωπα που συμμετείχαν στα ιστορικά γεγονότα και τα διαμόρφωσαν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ήταν άνθρωποι σαν εμάς: με πάθη, αδυναμίες, χαρίσματα, φόβους, ανησυχίες. Αν δεν προσπαθήσουμε να δούμε αυτούς τους ανθρώπους όπως πραγματικά ήταν, δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ούτε τις αποφάσεις που πήραν, ούτε τη στάση που κράτησαν απέναντι σε διάφορα γεγονότα. Κι έτσι, δύσκολα θα βγάζουν νόημα όσα συνέβησαν και, ακόμα χειρότερα, δεν θα μπορέσουμε να διδαχτούμε από αυτά.
Πιστεύετε ότι ο Όθωνας και η Αμαλία ήταν παρεξηγημένα πρόσωπα ή δίκαια έχουν δεχτεί την κριτική της Ιστορίας;
Η κριτική της Ιστορίας είναι αναπόφευκτη. Η δίκαιη κριτική είναι άλλο ζήτημα. Ο Όθωνας είχε αγνές προθέσεις, αγάπησε πραγματικά την Ελλάδα και τους Έλληνες –κι ας μην μπόρεσε να μας καταλάβει– και «αγκάλιασε» τη Μεγάλη Ιδέα. Αυτά όμως δεν αναιρούν το γεγονός ότι κυβερνούσε αυταρχικά, αδυνατούσε να αντιληφθεί τα σημεία των καιρών και γενικότερα στερείτο ηγετικών χαρακτηριστικών. Με την Αμαλία μοιράζονταν την ίδια αγάπη για την Ελλάδα και την προσήλωση στη Μεγάλη Ιδέα. Η Αμαλία όμως ήταν όλα όσα δεν ήταν ο Όθωνας: δυναμική, χαρισματική, αποφασιστική – σε βαθμό επιπολαιότητας πολλές φορές. Σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου η Αμαλία θα ήταν άντρας και ο Όθωνας γυναίκα, η Ιστορία πιθανότατα θα είχε εντελώς διαφορετική εξέλιξη.
Αναφερθήκατε στη Μεγάλη Ιδέα. Πιστεύετε ότι αυτό το όραμα εξακολουθεί να επηρεάζει, με διαφορετικές μορφές, την ελληνική σκέψη;
Θεωρώ πως η Μεγάλη Ιδέα, που αποτέλεσε τον βασικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους για σχεδόν 80 χρόνια κι έγινε στάχτη στη φωτιά της Σμύρνης στα τέλη του καλοκαιριού του 1922, έχει περάσει πλέον στην Ιστορία όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά – στο συλλογικό μας εθνικό υποσυνείδητο. Τη θρηνήσαμε, τη θρηνούμε ακόμα, μας πήρε πολλά χρόνια να αντέξουμε να τη «θάψουμε», αλλά επικράτησε στο τέλος ο ρεαλισμός.
Στα σχολικά χρόνια πολλοί βρίσκουν την Ιστορία βαρετή. Εσείς πώς προσπαθήσατε μέσα από το βιβλίο να κάνετε την αφήγηση πιο ενδιαφέρουσα;
Αυτό είναι η παγίδα! Η Ιστορία όντως παρουσιάζεται βαρετή στα σχολικά χρόνια, ενώ στην πραγματικότητα είναι συναρπαστική. Αρκεί κανείς να προσπαθήσει να τη δει σαν να παρακολουθεί μια κινηματογραφική ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά. Τότε θα διαπιστώσει ότι τέτοιους συναρπαστικούς χαρακτήρες και τόσο ευφάνταστη πλοκή δύσκολα τη γεννά το μυαλό ακόμα και του πιο ευρηματικού συγγραφέα.
Πώς βλέπετε τη σχέση των σημερινών Ελλήνων με την Ιστορία μας; Έχουμε απομακρυνθεί ή εξακολουθούμε να κουβαλάμε τις ίδιες ανησυχίες και πάθη;
Οι ανησυχίες και τα πάθη διαφοροποιούνται ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Άλλες οι προτεραιότητες και οι ανησυχίες σε καιρό πολέμου και άλλες σε καιρό ειρήνης, παραδείγματος χάριν. Άλλες όταν τίθεται ζήτημα οικονομικής επιβίωσης και άλλες όταν έχει επιτευχθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνθηκών ζωής. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και νοοτροπίες που παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες μέσα στον χρόνο.
Στην εισαγωγή σας λέτε ότι η Ιστορία δεν είναι «ξερά ονόματα και ημερομηνίες». Πώς βρήκατε τον τρόπο να τη ζωντανέψετε, ώστε να μιλήσει στον σημερινό αναγνώστη;
Μα η Ιστορία μάς «μιλά», κι ας μην το καταλαβαίνουμε. Όλα αυτά τα πρόσωπα και τα ιστορικά γεγονότα που μοιάζουν τόσο μακρινά και αποκομμένα από τη δική μας ζωή, στην πραγματικότητα έχουν διαμορφώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε εμείς σήμερα. Άλλωστε, είναι το αποτύπωμα όλων αυτών των προσώπων και των γεγονότων αυτό από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Και όσο πιο πολύ μελετάμε την Ιστορία, τόσο πιο ξεκάθαρο μας γίνεται αυτό. Συνάμα, μελετώντας την Ιστορία αρχίζει να εκλείπει αυτή η αίσθηση «ορφάνιας» που έχουμε όταν δεν γνωρίζουμε από πού προερχόμαστε.
Σημειώνετε ότι η Ιστορία μοιάζει με «ταινία δράσης ή τραγωδία». Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα κινηματογραφικό είδος που ταιριάζει καλύτερα στην εποχή του Όθωνα, ποιο θα ήταν αυτό;
Νομίζω ότι θα πλησίαζε περισσότερο στη μαύρη κωμωδία. Γεγονότα που μερικές φορές άγγιζαν τα όρια του τραγελαφικού, αλλά συχνά κατέληγαν σε παρ’ ολίγον τραγωδίες και σε χαμένες ελπίδες.
Πηγή: Diastixo.gr
Theopinion.gr | 12.10.2025
Γράφει ο Διονύσης Μαγουλάς
Αυτές τις ημέρες, η πολιτική ατζέντα στην Κεντροδεξιά κινείται στον χώρο των βιβλίων. Ύστερα από το Ωδείο Αθηνών και το βιβλίο του Ευριπίδη Στυλιανίδη για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ήρθε η σειρά του Αλέξη Πατέλη και της «Μεγάλης Επιστροφής» μιας εκδήλωσης που συγκέντρωσε το επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου, τον πρωθυπουργό και πλήθος υπουργών. Κι όμως, σε αυτό το πολιτιστικό γεγονός, αποτυπώθηκε κάτι ουσιαστικότερο: η προσπάθεια της σημερινής Κεντροδεξιάς να διαμορφώσει ένα νέο ιδεολογικό λεξιλόγιο, με άξονες τη γνώση, τη μετριοπάθεια και τη σοβαρότητα.
Στον δημόσιο λόγο, οι βιβλιοπαρουσιάσεις σπανίως παράγουν πολιτική ενέργεια. Ειδικά στον χώρο της Κεντροδεξιάς που δεν φημιζόταν για τις ιδεολογικές της αναζητήσεις. Όταν όμως ο πυρήνας της εξουσίας επιλέγει να μιλήσει με αυτό τον τρόπο, σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο: την επιθυμία να μεταφερθεί η πολιτική συζήτηση σε ένα επίπεδο θεσμικής αυτοσυνείδησης. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει να εγκαταλείπει συνειδητά τη ρητορική της αντιπαράθεσης και να επενδύει σε ένα αφήγημα ήπιου, αλλά σταθερού εκσυγχρονισμού. Το βιβλίο του Αλέξη Πατέλη είναι κάτι πέρα από μια μαρτυρία ενός συμβούλου, αλλά αποτελεί συμπύκνωση μιας ολόκληρης κυβερνητικής φιλοσοφίας που βλέπει την πολιτική ως άσκηση υπευθυνότητας μέσα σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, σε έναν κόσμο γεμάτο “unknown unknowns”.
Η «μεγάλη επιστροφή» του τίτλου δεν απευθύνεται στην επιστροφή σε μια φαντασιακή κανονικότητα, αλλά στην έννοια της αξιοπιστίας. Της αξιοπιστίας ως προϋπόθεσης της εθνικής αυτοπεποίθησης, όχι μόνο οικονομικής αλλά και πολιτισμικής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε εξαρχής να μετατοπίσει τον άξονα της πολιτικής από το «ποιοι είμαστε» στο «πώς λειτουργούμε». Και μέσα από αυτή τη μετάβαση, η τεχνοκρατία έπαψε να είναι ψυχρή διαχείριση και έγινε πολιτική ταυτότητα. Ένα μοντέλο που βασίζεται στη γνώση, στη λογοδοσία και στη συνέχεια, σε αντιδιαστολή προς τον αυτοσχεδιασμό και τη ρητορική του θυμού που χαρακτήρισαν προηγούμενες περιόδους.
Σε αυτό το πλαίσιο, το αφήγημα της σημερινής Κεντροδεξιάς αποκτά υπαρξιακή διάσταση. Η χώρα δεν «επέστρεψε» μόνο στις αγορές, επέστρεψε στην αίσθηση ότι μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον της. Η επιστροφή αυτή είναι και πολιτισμική: σημαίνει πως η σοβαρότητα έγινε ξανά αξία, πως η θεσμικότητα δεν θεωρείται πια μειονέκτημα, πως ο επαγγελματισμός στην πολιτική δεν εξισώνεται με ελιτισμό. Το πνεύμα που αποπνέει το βιβλίο του Πατέλη (και γενικότερα η τεχνοκρατική σχολή του Μεγάρου Μαξίμου) είναι ακριβώς αυτό, ότι η γνώση, η μεθοδικότητα και η ενσυναίσθηση δεν είναι αντικρουόμενες αρετές, αλλά ο συνδυασμός που συγκροτεί τον σύγχρονο πατριωτισμό.
Η τελευταία φράση του συγγραφέα, πως «η τεχνοκρατία με ενσυναίσθηση δεν είναι ελιτισμός, αλλά ουσιαστικός πατριωτισμός», αποτυπώνει τη βαθύτερη πρόθεση αυτής της πολιτικής παράδοσης: να αποδείξει ότι μπορεί να υπάρχει πολιτική χωρίς θόρυβο, μεταρρύθμιση χωρίς έπαρση, και κρατική αποτελεσματικότητα χωρίς απανθρωπιά. Είναι μια προσπάθεια επανανοηματοδότησης του φιλελεύθερου πατριωτισμού, σε μια εποχή που οι ιδεολογίες αποδομούνται και η πολιτική συχνά εξαντλείται σε επικοινωνιακές εκρήξεις.
Αυτό που καθιστά ενδιαφέρον το σημερινό κυβερνητικό αφήγημα είναι ότι δεν επενδύει πλέον στη σύγκρουση, αλλά στη διάρκεια. Αν το 2019 το κεντρικό μήνυμα ήταν η «επανεκκίνηση», σήμερα το μήνυμα είναι η «συνέχεια». Όχι η συνέχεια ως αδράνεια, αλλά ως συνειδητή επιλογή κανονικότητας. Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει απρόβλεπτα ,από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και την ενεργειακή μετάβαση, η πολιτική αποκτά σχεδόν υπαρξιακό ρόλο, με το να κρατά σταθερό το πλαίσιο, ώστε η κοινωνία να μπορεί να προσαρμόζεται χωρίς να διαλύεται. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Πατέλης όταν μιλά για διαχείριση των αβεβαιοτήτων: δεν είναι απλώς οικονομική φράση, είναι πολιτική στάση.
Η «Μεγάλη Επιστροφή» λοιπόν δεν πρέπει να ειδωθεί ως ένα πόνημα αυτοθαυμασμού, αλλά ως ένας τρόπος να ερμηνευτεί η άσκηση εξουσίας σαν άσκηση ορθολογισμού μέσα σε έναν συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής, όμως το υπόδειγμα που προτείνεται μια διακυβέρνηση βασισμένη στα δεδομένα, στην προβλεψιμότητα και στην αξιοπιστία, που αποτελεί ίσως τη μόνη βιώσιμη απάντηση στην αστάθεια. Και είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η απάντηση δεν εκφωνείται με πανηγυρικό λόγο, αλλά γράφεται, αναλύεται, παρουσιάζεται και σε βιβλία.
Γιατί αυτό που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες είναι κάτι περισσότερο από σύμπτωση: η ανάδειξη της διανόησης ως εργαλείου πολιτικής νομιμοποίησης. Η Κεντροδεξιά επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα πρακτική και στοχαστική. Ότι η πολιτική δεν χρειάζεται να φωνάζει για να πείθει. Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι το πιο ουσιαστικό πολιτικό μήνυμα που προκύπτει από τις αίθουσες των βιβλιοπαρουσιάσεων: πως η γνώση, η μετριοπάθεια και η ευθύνη μπορούν να ξαναγίνουν φορείς πολιτικής συγκίνησης.
Η Ελλάδα, ύστερα από δεκαετίες ταραχής, αναζητεί την ωριμότητά της. Και η «μεγάλη επιστροφή» που περιγράφει ο Πατέλης, είτε κανείς τη διαβάσει κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, είναι η επιστροφή αυτής της ωριμότητας στο προσκήνιο. Μιας πολιτικής που δεν στηρίζεται στο συναίσθημα του θυμού, αλλά στο αίσθημα της συνέπειας. Μιας τεχνοκρατίας που δεν κρύβει την ενσυναίσθησή της, αλλά την εντάσσει στον πυρήνα της πατριωτικής ευθύνης.
Πηγή: theopinion.gr
Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης
Όταν ολοκληρώνει κανείς την ανάγνωση αυτού του βιβλίου του Αλέξη Πατέλη, επί πέντε χρόνια επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (my chief economic adviser, όπως τον παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνάντηση με εκπροσώπους επενδυτικών οίκων, λίγους μήνες προτού ο ίδιος κερδίσει τις εκλογές, αλλά και προτού… κάνει ευθέως στον Πατέλη την πρόταση να αναλάβει αυτόν τον ρόλο), έχει την αίσθηση ότι ο αφηγητής ξεδιπλώνει με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την εμπειρία του από μιαν ιδιαίτερα απαιτητική και υπεύθυνη θέση. Περισσότερο κι από ευχαρίστηση: Mε κέφι. Πράγμα που διαχέεται στην γραφή και δίνει ένα ανάγνωσμα το οποίο ρέει, κι ας είναι φορτωμένο με ουκ ολίγα τεχνικά σημεία. Κι ας αποτελεί μιαν ανάλυση του πώς – γι αυτόν, για τη δική του θεώρηση που είναι προδήλως και εκείνη του Κυριάκου Μητσοτάκη – κερδίζεται «η αξιοπιστία», όπως αυτή ανάγεται στο summum τής προς τα έξω κανονικότητας. Αμφότερες έννοιες που πολιτικά απέδωσαν, όσο κι αν από ένα σημείο και πέρα έγιναν αρκετά αυτοαναφορικές: το τελευταίο αυτό, την αυτοαναφορικότητα, ο Πατέλης τουλάχιστον την αποφεύγει – κι αυτό βοηθάει το βιβλίο να απευθύνεται (και) σ’ ένα κοινό μη-πεπεισμένων.
Ξεκινάει η αφήγηση, και η ελληνική εμπειρία Πατέλη, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να του ζητάει – μέσω email φυσικά – «να περάσει να τα πούνε». Καταγράφει εντυπωσιασμένος ο Αλ. Πατέλης πώς το email προήλθε από τον ίδιο τον Κυριάκο, «όχι από γραμματέα!». Και δηλώνει πως απάντησε παρορμητικά με θετική/ενθουσιώδη φατσούλα, πατώντας παρευθύς send. «Σοβαρέψου» είπε παρευθύς στον εαυτό του, και διόρθωσε με δεύτερο email: «θα ήταν μεγάλη μου τιμή, πρόεδρε».
Πίσω απ’ αυτό το στιγμιότυπο, που ανάγεται σε διαδικτυακές αναρτήσεις Πατέλη της εποχής της ελληνικής κρίσης, βρισκόταν μια προσωπική διαδρομή αρκετά ιδιαίτερη (και, πάντως, με συντεταγμένες οι οποίες θα τραβούσαν την προσοχή Κυριάκου). Με διδακτορικό από το Princeton – «από το σχολείο διάβαζα τον Economist, αλλά κι παρακολουθούσα τις χρηματαγορές – και με επιβλέποντα τον Μπεν Μπερνάνκι, τον 14ο Διοικητή της Fed (2008-14). [Υπήρξε ο Μπερνάνκι ο άνθρωπος που, έχοντας την επίγνωση της Μεγάλης Ύφεσης του Μεσοπολέμου και του ρόλου του χρηματοπιστωτικού κλάδου σ’ αυτήν, συνέβαλε αποφασιστικά στην πρώτη φάση αποτροπής του Grexit το 2012 , όπως και ο Τζακ Λιου ως υπουργός Οικονομικών επί Ομπάμα – το 2015 – εξηγώντας «στους Ευρωπαίους» ότι δεν θα δικαιούνταν να φέρουν νέα αναταραχή στο διεθνές σύστημα μετά τη χιονοστιβάδα της πτώχευσης Lehman Bros]. Αυτήν την εποχή δεν την καλύπτει ο Αλεξ Πατέλης, ο οποίος όμως αναφέρεται στο ένστικτο, τις ιδέες και το ήθος του Μπερνάνκι που «συνόδευσαν [τον Πατέλη] σε όλη του την διαδρομή».
Με αυτό το φόντο, λοιπόν, περπάτησε εν συνεχεία τους διαδρόμους της high finance: Από Goldman Sachs σε Citigroupκαι σε Merrill Lynch ως επικεφαλής αναλυτής για μεγάλη περιοχή της υφηλίου. Μέχρις ότου ….η κατάρρευση της Lehman παρέσυρε την Merrill Lynch (που διεσώθη από την BofA), με τον ίδιο να διερωτάται, στο Τόκιο όπου βρισκόταν μαζί με διάφορα τραπεζικά στελέχη για παρουσίαση, «αν θα ήμασταν ακόμη στην δουλειά μας την επόμενη μέρα».
Η συνέχεια: Ανεξάρτητη εταιρεία συμβουλών με ευρεία απεύθυνση. «Ευτυχώς το εγχείρημα πήγε καλά». Απ’ εκεί, παρακολούθησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση να φθάνει – ως ευρωπαϊκή κρίση χρέους – στην Ελλάδα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα με τον σύζυγό του, Μιχάλη, που «έχοντας μεγαλώσει στη Ζιμπάμπουε, γνώριζε από πρώτο χέρι πώς μια χώρα μπορεί να καταρρεύσει ολοκληρωτικά», βλέπει τον εαυτό του να στρατεύεται στους «Μενουμευρώπη» στο Σύνταγμα. Αναφέρεται στη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη ως «συνδυασμό ασχετοσύνης, επιπολαιότητας αλλά και αλαζονείας». Θεωρεί ότι «ο διχασμός και το μίσος που είχε σπείρει η νέα κυβέρνηση δηλητηρίαζε τα πάντα». Είναι φανερό ότι έχει λάβει θέση – ξεκάθαρα…
Οπότε; Όταν η αντιπολιτευόμενη Ν.Δ. κάνει τις ενδοκομματικές εκλογές της, «η καρδιά του ήταν ξεκάθαρα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη». Από κει και πέρα, στο «Η Μεγάλη Επιστροφή» ο Άλεξ Πατέλης καταθέτει, χρονιά-χρονιά, την ιχνηλάτηση πώς όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναλαμβάνει την εξουσία – «δεν υπήρχε περιθώριο για θεωρίες» -επιχειρεί μιαν οικοδόμηση διακυβέρνησης στηριζόμενης στο τρίγωνο – Φορολογία (κορυφή, επάνω) /Μεταρρυθμίσεις /Χρηματοπιστωτικό σύστημα. Προερχόμενος από τον τελευταίο χώρο, ο Πατέλης δεν μπορεί να μην καταγράψει ότι την ίδια μέρα που αναλάμβανε καθήκοντα αίρονταν «τα τελευταία υπολείμματα των capital controls» [Δεν το πολυαναγνωρίζει, αυτό το τελευταίο, ότι δηλαδή η γραμμή εκκίνησης ήταν από μιαν οικονομία που ήδη επανερχόταν. Και, όπως θα ‘λεγε κι ο Γιάννης Στουρνάρας, θα ζούσε την εμπειρία επαναφοράς του υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου…].
Δεν θα μπορούσαν να λείπει από την αφήγηση η ιδεολόγηση – κατά τα πρώτα βήματα εφαρμογής της – της μείωσης φόρων (και ασφαλιστικών εισφορών): «Η αλλαγή στην φιλοσοφία από την προηγούμενη κυβέρνηση ήταν τεράστια», με την ειλικρινή παραδοχή ότι αυτή η προσέγγιση έχτισε σε μια λογική «και ποιος δεν θα ήθελε, να πληρώνει λιγότερους φόρους». Όμως… η καταγραφόμενη προτεραιότητα (2019) για τη μείωση της φορολόγησης της εργασίας -«και όχι της κατανάλωσης και της περιουσίας»- δεν απετέλεσε σταθερά στις μεταγενέστερες φάσεις όταν δηλαδή το δημοσιονομικό δώρο του πληθωρισμού, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό με την ΜΗ-προσαρμογή της κλίμακας της φορολογίας φυσικών προσώπων (και των συντελεστών ΦΠΑ, πλην κάποιων αγγιγμάτων στην φάση Covid), έφερε μια μονομέρεια, αρχικά στην αποσόβηση ελλειμμάτων και εν συνεχεία στο χτίσιμο πρωτογενών πλεονασμάτων.
Άλλο θέμα, η εκκαθάριση του πεδίου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εδώ, πάλι στα πρώτα βήματα, μπαίνει στη μέση το διαβόητο «Σχέδιο Ηρακλής». Και ο Πατέλης έρχεται αγριωπά σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα: Σε συνάντηση στο υπουργείο Οικονομικών, «οι τρεις από τις τέσσερεις συστημικές τράπεζες αρνούνταν να συμμετάσχουν στο σχέδιο διάσωσης». Δείτε όμως την συνέχεια της αφήγησης: «Ντόϊνγκ! Αυτή ήταν μια από τις πρώτες μου επαφές με την ελληνική πραγματικότητα. «Δεν είστε σε θέση να το αρνηθείτε -τους απαντούμε κοφτά. Δεν ξέχασα ποτέ αυτήν τη συνάντηση». Για να συνεχίσει να ξετυλίγει το νήμα της διόρθωσης της ισορροπίας των τραπεζών με το ξεφόρτωμα των κόκκινων δανείων στη διαδρομή της θητείας του…
Η συνέχεια καταλαμβάνει επεισόδια από το κυνηγητό των data centers (αρχής γενομένης από το Νταβός του 2020 και τους σχεδιασμούς της Microsoft) μέχρι τις προκλήσεις της πανδημίας του Covid και, για παράδειγμα, την πρόκληση διάσωσης της Aegean (2022). Έτσι κάπως συνεχίζονται οι αφηγήσεις Πατέλη: Προσγειωτική, παράδειγμα, η αναδρομή στη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Άνγκελας Μέρκελ λίγο προτού η Καγκελάριος αφυπηρετήσει («η συνάντηση δεν είχε ούτε την βαρύτητα, ούτε τη συγκίνηση που θα περίμενε κανείς»). Εντυπωσιακή όταν (και) η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με την απογείωση της ευρωπαϊκής τιμής του φυσικού αερίου, μαζί και της τιμής της κιλοβατώρας («πρώτα διπλασιάστηκε, μετά τριπλασιάστηκε, ύστερα πενταπλασιάστηκε»). σε διάφορες φάσεις αναλύονται οι προκλήσεις του στεγαστικού…
Σ’ όλη αυτήν την αφηγηματική διαδρομή, που ασφαλώς περιλαμβάνει στοιχείο υπεράσπισης της οικονομικής πολιτικής της περιόδου Μητσοτάκη, ο Αλεξ Πατέλης κατορθώνει να μην ακολουθεί τη –διαδεδομένη- πρακτική της δοξολογίας. που, στο κάτω-κάτω της γραφής, για τον Πατέλη θα ήταν εν πολλοίς αυτεπιβράβευση. Μάλιστα, αρκετά νωρίς ενσωματώνει στο κείμενο (σελ. 29) ένα πλαίσιο με τίτλο: «Είναι αντικειμενικό αυτό το βιβλίο;» Για να απαντήσει παρευθύς. «Όχι ακριβώς. Άλλωστε καμιά αφήγηση δεν είναι πλήρως αντικειμενική […] Αυτό που μπορώ να πω με ειλικρίνεια είναι ότι περιγράφω γεγονότα και συναισθήματα όπως τα έζησα – με την καρδιά και το μυαλό μου».
Αυτό – ίσως – εξηγεί και πώς άνθρωποι που διασταυρώθηκαν με τον Πατέλη, όπως ο Γιάννης Στουρνάρας παράδειγμα, κατέγραψαν (ο τελευταίος στην παρουσίαση του βιβλίου, με παρούσα την κυβέρνηση Μητσοτάκη περίπου σε πανστρατιά) ότι μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί του, έντονα, αλλά να συνεχίσεις να συνομιλείς.
Δυο τελευταία στοιχεία: Έχει επιλέξει ο συγγραφέας/chief economic advisor να παραθέσει ως παράρτημα μια επιλογή από Ενημερωτικά Σημειώματά του /Newsletters με τα οποία τακτικά επικοινωνούσε – εξ ονόματος της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, φυσικά – με το διεθνές σύστημα, τραπεζίτες, επενδυτικούς οίκους, τέτοια πράγματα. Και εξηγούσε/ανέλυε/επεξηγούσε την εφαρμοζόμενη πολιτική, έδινε στοιχεία και προοπτικές. Πέρα από το χαλαρό ύφος (σε ένα newsletter, αναφορά και στον Peanut του Μαξίμου, με τρόπο που κάθε διεθνή/σοβαροφανή οικονομικό συντελεστή ασφαλώς θα τον έκανε να αισθανθεί οικεία), η συνολική επικοινωνιακότητα Πατέλη θα άξιζε να μελετηθεί. Ακόμη-ακόμη, να διδάσκεται.
Το άλλο: Ασφαλώς αναμενόμενο για Princeton PhD, δεν θα μπορούσαν να λείψουν – επίσης από Παράρτημα – μια ντουζίνα ιστογράμματα, που λένε την ιστορία της «Μεγάλης Επιστροφής». Μόνο που… όπως δίδασκε άλλος επώνυμος με ισχυρές περγαμηνές (από ΜΙΤ) «όταν βλέπεις σειρά διαγράμματα να λένε την ίδια ιστορία, ψάξε καλύτερα!». [Έτσι, στο 4, «Από την αρχή η Κυβέρνηση έθεσε ως στόχο την προώθηση επενδύσεων», η Ελλάδα βγαίνει κορυφαία πλην όμως… η επιλεγόμενη περίοδος 2019-24 «κρύβει» μια πορεία εκτίναξης των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων μέχρι και το 2022, πλην με μείωση 35% το 2023 με επαναφορά το 2024 – και δη κατά 75% για real-estate και αγορά κόκκινων δανείων].
Και μια διαφορετική παρατήρηση: Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου (από την we design) κατορθώνει κάτι δύσκολο στην τωρινή πανσπερμία αισθητικών καταθέσεων στον χώρο του βιβλίου: μέσα από την απόλυτη λιτότητα, που επιτρέπει στον γραφισμό του τίτλου να ξεχωρίσει, «σου πιάνει το μάτι». Με την επιλογή ήπιας απόχρωσης του μπλε (αναμενόμενο) να μην κραυγάζει. Αλλά και με την ιδέα οι απόψεις των δυο προλογιζόντων – Στουρνάρα και Δημοκίδη – να φιλοξενούνται ήδη στο εξώφυλλο, με μια λέξη: «Το συνιστώ» ο πρώτος, «Καθηλωτικό» ο δεύτερος.
Πηγή: Kreport.gr
Γράφει η Κατερίνα Ζαμαρία
Γιατί κάποια παιδιά δυσκολεύονται να κάνουν φιλίες; Υπάρχει τρόπος να βοηθηθούν από γονείς και εκπαιδευτικούς;
Κίνητρο για να γράψει το βιβλίο, όπως δηλώνει στην εισαγωγή η Καρολάιν Μαγκουάιαρ, στάθηκε το αγωνιώδες ερώτημα, που έδωσε και τον τίτλο, ενός οχτάχρονου αγοριού που παρουσίαζε δυσκολίες στο σχολείο και είχε εκρήξεις θυμού. Όπως ο οχτάχρονος, πολλά παιδιά αισθάνονται αόρατα, δεν καταλαβαίνουν γιατί τα αγνοούν στο διάλειμμα, γιατί δεν τα θέλουν στην ομάδα μπάσκετ, γιατί κανείς δεν τα προσκαλεί στα πάρτι γενεθλίων, γιατί δεν έχουν κανέναν να παίξουν…
Σύμφωνα με τους ειδικούς στην παιδική ανάπτυξη, παιδιά που δυσκολεύονται να αντιληφθούν τα κοινωνικά «σήματα» και να διαχειριστούν αναλόγως τη συμπεριφορά τους έχουν έλλειμμα κοινωνικών δεξιοτήτων. Έτσι, δυσκολεύονται να «διαβάσουν» τους κανόνες των κοινωνικών σχέσεων και να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους, με αποτέλεσμα να υφίστανται την απόρριψη και τον αποκλεισμό. Οι κοινωνικές αδυναμίες οφείλονται σε ένα πλέγμα παραγόντων, ωστόσο καθοριστικό ρόλο παίζει το μέρος εκείνο του εγκεφάλου που διαχειρίζεται τις πολύπλοκες συνδέσεις για την κοινωνική συμπεριφορά, το δίκτυο των επιτελικών λειτουργιών.
Δεδομένου ότι σήμερα πια οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές δεξιότητες μπορούν να αναπτυχθούν, όταν τα παιδιά με κοινωνικές δυσκολίες εκπαιδευτούν συστηματικά συμμετέχοντας σε σχετικές δραστηριότητες, το βιβλίο αποτελεί έναν πρακτικό οδηγό που προσφέρει στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς αποτελεσματικές στρατηγικές για να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες, να ξεπεράσουν δυσκολίες στις φιλίες τους και να χτίσουν την αυτοπεποίθησή τους, μέσα από μια επιστημονική αλλά προσιτή προσέγγιση.
Ιδανικό για παιδιά με κοινωνικές αδεξιότητες, ΔΕΠΥ ή άλλες δυσκολίες, αυτό το βιβλίο συμβάλλει στην καλλιέργεια ουσιαστικών σχέσεων και τη δημιουργία ενός ισχυρού υποστηρικτικού δικτύου.
Η συγγραφέας, οικογενειακή σύμβουλος και ειδική στον τομέα της κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης, καθώς και σε θέματα ADHD (γνωστή στα ελληνικά ως ΔΕΠ-Υ: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας), προσφέρει ένα δομημένο πρόγραμμα με ασκήσεις, προσαρμοσμένες σε παιδιά διαφόρων ηλικιών. Μέσα από πρακτικές τεχνικές, κατανοητά παραδείγματα και δοκιμασμένες μεθόδους, το βιβλίο προσφέρει εργαλεία για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της συναισθηματικής νοημοσύνης και συνδράμει τους φροντιστές, ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν τους άλλους, να διαχειριστούν τις αλληλεπιδράσεις τους και να δημιουργήσουν ουσιαστικές φιλίες. Ιδανικό για παιδιά με κοινωνικές αδεξιότητες, ΔΕΠΥ ή άλλες δυσκολίες, αυτό το βιβλίο συμβάλλει στην καλλιέργεια ουσιαστικών σχέσεων και τη δημιουργία ενός ισχυρού υποστηρικτικού δικτύου.
Είναι σημαντικό το ότι η συγγραφέας απενοχοποιεί τα παιδιά, εξηγώντας πως κανένα τους δεν αποφασίζει εσκεμμένα να σαμποτάρει τον εαυτό του, να απογοητεύσει τους γύρω του ή να αποτύχει. «Αν μπορούσαν θα το έκαναν» είναι η φράση-κλειδί που καλεί τους εμπλεκόμενους με παιδιά να θυμούνται, καθώς αυτό αποτελεί το πρώτο βήμα για να αλλάξει κάποιος τον τρόπο που βλέπει τις «αδέξιες» συμπεριφορές των παιδιών. Υποστηρίζει πως μαθαίνοντας ένα παιδί να δουλεύει με την «καλωδίωση» του δικού του εγκεφάλου, που είναι μοναδική, μαθαίνει πρώτα να διακρίνει τι το κρατά πίσω και μετά τι να κάνει γι’ αυτό.
Το βιβλίο δομείται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο, το περισσότερο θεωρητικό, αναλύονται με απλά λόγια οι αρχές των νευροεπιστημών και οι συμπεριφορικοί παράγοντες που διαμορφώνουν το έλλειμμα κοινωνικών δεξιοτήτων στα παιδιά. Στο δεύτερο μέρος, δίνεται το γενικό πλάνο δράσης του γονιού, του εκπαιδευτικού ή του θεραπευτή, καθώς και αρχές και δεξιότητες (όπως η ανακλαστική ακρόαση, η ανοιχτή έρευνα και ο έπαινος), έτσι ώστε να είναι αποτελεσματική η παρέμβαση και η «προπόνηση» του παιδιού σε ένα πρόγραμμα ανάπτυξης των δεξιοτήτων στις οποίες υπολείπεται. Το τρίτο μέρος, που είναι και το πλέον εκτενές, περιλαμβάνει τις «Σειρές Μαθημάτων της Επιτελικής Λειτουργίας». Με ερωτηματολόγια, που βοηθούν να αξιολογηθούν με ακρίβεια οι κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού, προσφέρει πλήθος παιδοκεντρικών δραστηριοτήτων βαθμιαίας ανάπτυξης δεξιοτήτων. Τέλος, στο τέταρτο μέρος περνάει από την εξάσκηση στο σπίτι στον σχεδιασμό συναντήσεων για παιχνίδι, καθώς και στη χάραξη στρατηγικής αντιμετώπισης προβλημάτων που ενδέχεται να προκύψουν. Δίνονται πρακτικές συμβουλές και παραδείγματα για το πώς οι αστοχίες, οι αναποδιές και οι αντιστάσεις του παιδιού από μέρος του προβλήματος μπορούν να αξιοποιηθούν ως μέρος της επίλυσής του.
Στον επίλογο, απευθυνόμενη στους γονείς, τους οποίους πρωτίστως αφορά το βιβλίο, η συγγραφέας επισημαίνει δύο βασικά πράγματα. Κατ’ αρχάς το γεγονός ότι έχουν το πλεονέκτημα –συγκριτικά με οποιονδήποτε άλλο– να είναι εκεί, στην πρώτη γραμμή, πλάι στο παιδί. Βεβαίως, αυτό προϋποθέτει εκ μέρους τους να διαθέσουν χρόνο, αξιοποιώντας τις καθημερινές «διδακτικές στιγμές». Η δεύτερη επισήμανση αφορά τις προσδοκίες. Εύστοχα υπενθυμίζει παλιότερη διαφήμιση της Volkswagen που έλεγε «Think small». Γιατί είναι θεμελιώδες να κατακτά ένα παιδί μικρές νίκες και να του αναγνωρίζονται, αφού «οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλα επιτεύγματα».
Οι κοινωνικές δεξιότητες δεν αφορούν μόνο μικρές καθημερινές συμπεριφορές. Συνιστούν θεμέλιο για να αντιλαμβάνεται κάποιος τη συνολική εικόνα, αλλά και τη θέση και τον ρόλο του σε αυτήν. Έτσι, το βιβλίο λειτουργεί ως ένα πραγματικά χρήσιμο εργαλείο για όσους ασχολούνται με παιδιά, ασχέτως ιδιότητας, που τα βοηθά να το καταφέρουν.
Πηγή: Diastixo.gr




Design & Development by Darwin