Αντιγόνη Λυμπεράκη

Τα οικονομικά του φύλου

Η Αντιγόνη Λυμπεράκη γεννήθηκε το 1959 και είναι κόρη του οικονομολόγου Γεώργιου Λυμπεράκη και της Αρτεμισίας Μητσοτάκη, αδερφής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Προικισμένη με ένα κοφτερό μυαλό υπήρξε μία από τις καλύτερες μαθήτριες της σχολής Χιλλ, παρόλο που εκείνη δεν ήθελε να είναι η πρώτη μαθήτρια γιατί πίστευε πως ο πρώτος υστερεί συνήθως σε άλλα πράγματα.
Μολονότι το πάθος της ήταν η ζωγραφική, η ίδια σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και οικονομική ανάπτυξη στο Institute for Development Studies (IDS) του Σάσσεξ. Οι περισσότεροι θεώρησαν πως η επιλογή των οικονομικών σπουδών οφείλονταν στην επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα της. Η ίδια ωστόσο έχει δηλώσει πως η επιλογή των σπουδών μάλλον έγινε επειδή ήθελε να αλλάξει τον κόσμο με παραστατικό τρόπο και συνοπτικές διαδικασίες.
Η πολιτική σκηνή απασχολεί την Αντιγόνη Λυμπεράκη από τα μαθητικά της χρόνια. «Απόλυτα, φυσικό» θα σκεφτούν οι περισσότεροι εφόσον είναι μέλος μίας από τις σημαντικότερες πολιτικές οικογένειες της Ελλάδας. Μόνο που η ανιψιά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν είναι ακριβώς περίπτωση μήλου που έπεσε κάτω από τη μηλιά αφού γίνεται πρώτα μέλος της οργάνωσης νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού «Ρήγας Φεραίος» και στη συνέχεια μέλος της ΚΝΕ.

Όντας ανατρεπτική, θεωρεί πως μεγαλώνοντας στην οικογένεια ενός πολιτικού γίγαντα πρέπει να διαφοροποιηθείς αν θέλεις να διατηρήσεις την ατομικότητα σου. Ωστόσο, μεγαλύτερη ανατροπή της επιφυλάσσει ο θείος της:
«Το απόλυτο test drive είναι να σου αντιμιλάει η έφηβη ανιψιά σου που νομίζει ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια κι εσύ να συζητάς με νηφαλιότητα και καλή διάθεση. Ποτέ δεν μου αρνήθηκε τη διαφορετική γνώμη και πάντα άφηνε χώρο να αναπτυχθώ όπως έκρινα μόνη μου. Η διαφωνία δεν ήταν λόγος αποξένωσης, αλλά ευκαιρία συζήτησης και ωρίμασης. Μου άφηνε τον χώρο να διαφέρω και την πολυτέλεια να βρίσκω τον δρόμο μόνη μου. Από τις συζητήσεις αυτές κερδίζω ακόμη» γράφει η Αντιγόνη Λυμπεράκη στο αποχαιρετιστήριο μήνυμα της προς τον αποθανόντα Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Η πολιτική της σταδιοδρομία μετρά 6 χρόνια στην Κεντρική Επιτροπή του Ενιαίου Συνασπισμού (1990-1996), υπήρξε αντιπρόεδρος του κόμματος Δράση, ενώ από το 2014 εντάχθηκε στο κόμμα Ποτάμι.

Πέρα από τη δράση της στα πολιτικά, τα οικονομικά παραμένουν η άλλη δράση ακτιβισμού που αγαπά. Έτσι, η μελέτη της επικεντρώνεται στα Οικονομικά της Εργασίας, της Μετανάστευσης, της Γήρανσης και του Φύλου. Μεταξύ 2000-2004 ήταν στο Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων των Υπουργείου Εργασίας και ήταν συντονίστρια στην εκπόνηση τριών Εθνικών Σχεδίων Δράσης για την Απασχόληση. Παράλληλα, γράφει βιβλία δύο εκ των οποίων ασχολούνται με το δυναμισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και δύο με την ευεργετική επίδραση των μεταναστών στην οικονομία, και δημοσιεύει άρθρα σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά.
Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ωθεί την Αντιγόνη Λυμπεράκη στην ανάλυση για τις συνέπειες της κρίσης που επηρεάζουν τους άτυπους μηχανισμούς οικογενειακής αλληλεγγύης και της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, εκδίδει το 2017 τον τίτλο Γυναίκες στην Οικονομία που εντάσσεται στη σειρά βιβλίων ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

«Τα οικονομικά επιχειρήματα υπέρ της ενίσχυσης της οικονομικής θέσης των γυναικών αποτελούν μόνο τμήμα του ευρύτερου επιχειρήματος υπέρ της ισότητας: η ισότητα καθεαυτή είναι ένα ηθικό πρόταγμα, καθώς προάγει τη δικαιοσύνη και τις ευκαιρίες ζωής για όλους.» σημειώνει η συγγραφέας.

Πέρα από τη συγγραφή, την πολιτική και τον ακτιβισμό (είναι ιδρυτικό μέλος της ActionAid Hellas και μέλος της Διεθνούς Ένωσης για τα Φεμινιστικά Οικονομικά – IAFFE), η Αντιγόνη Λυμπεράκη παθιάζεται και με την ακαδημαϊκή της καριέρα καθώς είναι καθηγήτρια οικονομικών στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πάντειου Πανεπιστημίου. Για τη διδασκαλία έχει δηλώσει πως της προσφέρει φρεσκάδα σκέψης και τη βοηθά να γίνεται καλύτερη.
Μένοντας πιστή στην ανατρεπτική της ιδιοσυγκρασία ισορροπεί ανάμεσα στην πολιτική της δράση και την ακαδημαϊκή της ιδιότητα απαντώντας στις κριτικές με τη στάση ζωής της που δεν εμποδίζει ποτέ κάποιον να εκφράσει τη γνώμη του. Έτσι κι αλλιώς η Αντιγόνη Λυμπεράκη έχει δηλώσει πως μεγάλωσε σε μια φιλελεύθερη οικογένεια που άντεχε τις αντίθετες απόψεις και έχει εκφράσει την άποψη πως μεγαλύτερη δόση φιλελευθερισμού θα έκανε πολύ καλό στις κοινωνίες.

Και με αυτό το σκεπτικό δεν παύει να βρίσκει στοιχεία που αποδεικνύουν πως η εργασία των γυναικών συμβάλλει στην ανάπτυξη και στην ευημερία, προσθέτει πλούτο και αξιοποιεί τις δεξαμενές ανθρώπινου κεφαλαίου ενώ έχει και μακροοικονομικά οφέλη, και παράλληλα να καταδεικνύει τους πολλούς αστερισκούς που συνοδεύουν το ζήτημα των ίσων δικαιωμάτων γυναικών και αντρών στην εργασία.

Μιράντα Ξαφά

Μια ψύχραιμη οικονομική αναλύτρια σε εποχές λαϊκισμού

«Αν δεν υπάρξει κοινή αντίληψη για τα αίτια της κρίσης και για τις μεγάλες τομές που απαιτούνται για να βγούμε από το τέλμα, δεν θα υπάρξει η απαραίτητη κοινωνική συναίνεση για τέτοιες τομές» δηλώνει η Μιράντα Ξαφά στην εισαγωγή του βιβλίου της «Δημόσιο Χρέος» που εντάσσεται στη σειρά ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.
Κι αυτή ακριβώς είναι η επιδίωξη της Μιράντας Ξαφά: να καταστήσει σαφείς και κατανοητές έννοιες και θεωρίες που έχουν εισβάλλει στην καθημερινότητα μας από την αρχή της οικονομικής κρίσης (2008) έως σήμερα, όπως ελάφρυνση χρέους, PSI και ασφαλιστικά ταμεία, ο ρόλος των μνημονίων στην εφαρμογή των μέτρων λιτότητας κ.α. Για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια ανάλυση χρειάζονται δύο ικανότητες:
Η πρώτη ικανότητα είναι να έχεις γνώση και κατάρτιση πάνω στην Οικονομική Θεωρία και τα Οικονομικά και το πλούσιο βιογραφικό της κ. Ξαφά είναι κάτι παραπάνω από εγγύηση: Με την ολοκλήρωση των βασικών οικονομικών σπουδών της στο Pierce College της Αθήνας, η Μιράντα Ξαφά εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ για μεταπτυχιακές σπουδές στο University of Pennsylvania. Στο ίδιο πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε το 1979 τη διδακτορική της διατριβή η οποία εστίασε στις εκπτώσεις που πραγματοποιούνταν στις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων από τη συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Από το 1980 μέχρι τον Απρίλιο του 1991 εργάστηκε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην Ουάσινγκτον, όπου ασχολήθηκε με τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση σταθεροποιητικών προγραμμάτων, κυρίως στη Λατινική Αμερική. Το Μάιο του 1991 αποδέχτηκε την πρόταση του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και εξασφαλίζοντας ειδική άδεια από το ΔΝΤ, διετέλεσε οικονομικός σύμβουλος του ως τον Οκτώβριο του 1993.

«Από τη θέση μου, ως διευθύντρια του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού, προσπάθησα να συνεισφέρω με την εμπειρία σε σταθεροποιητικά προγράμματα που είχα αποκομίσει από την ενδεκαετή θητεία μου στο Ταμείο. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, βρέθηκα μπροστά σε μία κατάσταση που ήταν πρωτόγνωρη, παρά την εμπειρία μου από τη Λατινική Αμερική. Οι πορείες και διαμαρτυρίες στο κέντρο της Αθήνας για την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική ήταν σχεδόν καθημερινές. […] Σε μένα ο Μητσοτάκης φερόταν σαν πατέρας, προσπαθώντας να με βάλει στο κλίμα της ελληνικής πραγματικότητας. «Βρε πουλάκι μου, δεν είναι Νέα Υόρκη εδώ», μου είπε όταν πρότεινα να μπουν σε πλειστηριασμό τα ακίνητα των κακοπληρωτών της Κτηματικής Τράπεζας. Έλεγε συχνά στους υπουργούς του αστειευόμενος: «Αυτή θα μας βάλει τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι» έχει δηλώσει η Μιράντα Ξαφά σε συνέντευξη της στην «Καθημερινή» το Μάιο του 2017 αναφερόμενη στη συνεργασία της με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Στη συνέχεια εργάστηκε στην επενδυτική τράπεζα Salomon Brothers στο Λονδίνο, αρχικά ως οικονομολόγος και από το 1997 ως global currency strategist για τις αναδυόμενες αγορές. Το 2004 διορίστηκε, με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, αναπληρώτρια εκτελεστική διευθύντρια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ως εκπρόσωπος της Ελλάδας), θέση στην οποία παρέμεινε έως το 2009, όταν τη διαδέχθηκε αρχικά ο κ. Χρήστος Χατζηεμμανουήλ (δεν αποδέχθηκε τον διορισμό), και στη συνέχεια ο καθηγητής κ. Παναγιώτης Ρουμελιώτης. Έχει διδάξει οικονομικά στα Πανεπιστήμια της Pennsylvania και Princeton των Ηνωμένων Πολιτειών και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες πάνω σε θέματα που αφορούν το διεθνές εμπόριο, την κίνηση κεφαλαίων, την κρίση των χρεών και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Η δεύτερη ικανότητα που απαιτείται να διαθέτει κανείς όταν αναλύει την κρίση χρέους είναι να αποδεικνύει την ετοιμότητα του πνεύματος του με ψυχραιμία και στιβαρή επιχειρηματολογία σε μια εποχή καταστροφολογίας και λαϊκισμού. Αρκεί να ανατρέξει κανείς σε μερικές συνεντεύξεις και άρθρα της Μιράντας Ξαφά για να διαπιστώσει τι σημαίνει να μην καταφεύγεις σε πομπώδεις δηλώσεις για να αποτιμήσεις μια κατάσταση, να προτείνεις βιώσιμες λύσεις και να κάνεις ασφαλείς προβλέψεις.
Πέρα από την πλούσια αρθρογραφία της, η Μιράντα Ξαφά προχώρησε το 2017 στη συγγραφή του βιβλίου «Δημόσιο Χρέος» με στόχο να παρουσιάσει ένα σύντομο και σαφές ιστορικό της εξέλιξης του δημόσιου χρέους από την περίοδο της Μεταπολίτευσης και μετά, θέλοντας να συμβάλλει στην άρση βασικών παρανοήσεων που έχουν συνδυαστεί με την κρίση του.
«Γιατί πιστεύω ότι μπορούμε να γίνουμε επιτέλους μία σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα, κι εγώ θέλω και μπορώ να γίνω μέρος της λύσης» έχει δηλώσει άλλωστε η ίδια και αυτή η δήλωση περικλείει όλη τη στάση και πορεία ζωής της Μιράντας Ξαφά.

Κωνσταντίνος Φίλης – Ένας αισιόδοξος αλλά και ρεαλιστής διεθνολόγος

Όταν ο Κωνσταντίνος Φίλης ολοκλήρωνε τις σπουδές του στις Πολιτικές Επιστήμες & την Ιστορία, το Μεταπτυχιακό του στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση και το Διδακτορικό του στη διαμόρφωση και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, το πιθανότερο είναι να φανταζόταν μια καθημερινότητα μέσα σε αμφιθέατρα και αίθουσες συνεδρίων και όχι μια σχεδόν εβδομαδιαία παρουσία στους τηλεοπτικούς δέκτες όπου καλείται να αναλύσει ζητήματα όπως τα Ελληνοτουρκικά, το Προσφυγικό και τη γεωστρατηγική θέση της Ευρώπης.

Η νέα καθημερινότητα του Δρ. Κωνσταντίνου Φίλη οφείλεται άραγε στην καυτή επικαιρότητα, στην ιδιότητα του ως Διεθνολόγου με ειδίκευση στη ρωσική εξωτερική πολιτική κατά την πρώτη περίοδο Πούτιν (2000-2004) ή απλώς στην ικανότητα του να εξηγεί με τον πιο απλό τρόπο σύνθετα ζητήματα του παγκόσμιου και κυρίως ευρασιακού γεωπολιτικού σκηνικού;
Μάλλον πρόκειται για ένα συνδυασμό των προαναφερθέντων παραγόντων. Όπως σημείωσε η δημοσιογράφος Νίκη Λυμπεράκη στην παρουσίαση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Φίλη Πρόσφυγες, Ευρώπη, Ανασφάλεια που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος«Διαθέτει το χάρισμα του να εξηγεί πράγματα δυσνόητα, τεχνικά, περίπλοκα, πρωτόγνωρα για την ελληνική πραγματικότητα με έναν τρόπο εύληπτο, αποφεύγοντας με μαεστρία τις απλουστεύσεις. Αυτό το χάρισμα εντοπίζεται και στη γραφή του.»

Ο διευθυντής της σειράς Μικρές Εισαγωγές – o νυν βουλευτής Μπάμπης Παπαδημητρίου έχει εκτιμήσει πως ο γνωστός διεθνολόγος «πιστεύει στην καλή φύση του ανθρώπου, περισσότερο και από τον ίδιο τον άνθρωπο γι’ αυτό και κατορθώνει να μιλάει με αισιοδοξία για τα πιο τραγικά προβλήματα πάνω στα οποία ζητούν την έγκυρη άποψή του.»

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Φίλης πιστεύει πως η αισιοδοξία είναι η αρχή κάθε νίκης. Ίσως αυτή τη θέση να την υιοθέτησε από τα νεανικά του χρόνια όταν διακρινόταν ως μπόμπερ σε αγώνες μπάσκετ. Έτσι, παρόλο που προτιμούσε να σουτάρει από μέση και κοντινή απόσταση, η ικανότητα του να σουτάρει από τα 6,25 μέτρα του προσέδωσε εντυπωσιακή φήμη, η οποία και τον ακολουθεί μέχρι και σήμερα.

Παρά τις πολύ σημαντικές θέσεις που κατέχει (Επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Ανώτερο Συνεργαζόμενο Μέλος στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Εταίρος του τμήματος Νοτιοανατολικών Ευρωπαϊκών Σπουδών της Οξφόρδης, Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Αντεπιστέλλον Μέλος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης), ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης παραμένει ένας προσιτός και χαμογελαστός άνθρωπος.

Κάπως έτσι πορεύτηκε και στην καριέρα του ο Κωνσταντίνος Φίλης: παρόλο που μπορεί να βλέπει μακριά και να προβλέπει με επιτυχία την έκβαση μιας κατάστασης (όπως όταν μπορούσε να διαγράψει νοητά την πορεία της μπάλας μέχρι το καλάθι μολονότι βρισκόταν περισσότερα από έξι μέτρα μακριά), στις αναλύσεις του βασίζεται επίσης και στο ρεαλισμό της μέσης και κοντινής απόστασης.

Ο ίδιος, αντλώντας έμπνευση από τον αγαπημένο του μυθιστορηματικό ήρωα, τον αστυνομικό επιθεωρητή Χάρι Χόλε*, συχνά υιοθετεί έναν αντισυμβατικό τρόπο προσέγγισης των διεθνών σχέσεων και κάπως έτσι κατορθώνει να ενώσει για εμάς το παζλ της σύγχρονης και συνεχώς μεταβαλλόμενης γεωπολιτικής συνθήκης. Και σε μια εποχή όπου επικρατεί η ασύμμετρη απειλή της τρομοκρατίας, που έχει γίνει κατανοητό ότι το προσφυγικό δεν αποτελεί ένα προσωρινό, συγκυριακό πρόβλημα και που η Ευρώπη βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην αστάθεια, φωνές και πένες όπως του Κωνσταντίνου Φίλη είναι κάτι περισσότερο από ωφέλιμες καθώς ενισχύουν το μοναδικό, πραγματικό όπλο που έχει στα χέρια του ο πολίτης της Ευρώπης και του κόσμου και στηρίζεται στη γνωστή ρήση του Φράνσις Μπέϊκον: «Η γνώση είναι δύναμη».

* Ο Χάρι Χόλε είναι ήρωας των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Τζο Νέσμπο

Λουκάς Τσούκαλης

Ο αμερόληπτος υπερασπιστής της Ευρώπης

 “Αφιέρωσα το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου ζωής στη μελέτη του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, υπερβαίνοντας συχνά τα σύνορα μεταξύ ανάλυσης και πράξης. Και θεωρώ εαυτόν εξαιρετικά τυχερό γιατί ασχολούμαι με κάτι που με ενδιαφέρει πραγματικά και στο οποίο πιστεύω. Όχι όμως σε οποιαδήποτε Ευρώπη” αναφέρει ο Λουκάς Τσούκαλης στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Η Υπεράσπιση της Ευρώπης που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Ο ίδιος μπορεί να γεννήθηκε στην Αθήνα και να ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευση του στο Λεόντειο Λύκειο αλλά στη μετέπειτα πορεία του κυριάρχησαν οι σπουδές οικονομικών και διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, στο Κολλέγιο της Ευρώπης στη Μπρυζ και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από όπου και πήρε το διδακτορικό του σε ηλικία μόλις 25 ετών! Στην Οξφόρδη παρέμεινε για πολλά χρόνια, όχι πια για να σπουδάσει αλλά για να διδάξει. Αργότερα έγινε Καθηγητής στο European Institute του London School of Economics ως πρώτος κάτοχος της έδρας Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ακαδημαϊκή του πορεία συνοδεύτηκε από διδασκαλίες και σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής ενώ το 2016 ήταν επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ (Kennedy School). Σήμερα, είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Οργάνωσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), Επισκέπτης Καθηγητής στο King’s College στο Λονδίνο και στο Κολλέγιο της Ευρώπης στη Μπρυζ.

Ο Λουκάς Τσούκαλης αναμφίβολα νιώθει Ευρωπαίος πολίτης και είχε το προνόμιο να βιώσει τα οφέλη των ανοιχτών συνόρων και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μήπως έτσι μειώθηκε η κριτική του ματιά απέναντι στη λειτουργία και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ο ίδιος διατηρώντας την αμεροληψία του δηλώνει μέσα από τα κείμενα του ‘’Ίσως να έχω εξευρωπαϊστεί αρκετά, ελπίζω όμως όχι με τον τετριμμένο τρόπο που χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος […] είχα πάντοτε την επίγνωση του γεγονότος ότι ο τρόπος της δικής μου ζωής δεν ήταν καθόλου αντιπροσωπευτικός του τρόπου ζωής των περισσότερων Ευρωπαίων συμπατριωτών μου. Τώρα, φοβάμαι πως πολλά πράγματα τα οποία είχαμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε δεδομένα, όχι μόνο για την προνομιούχο μειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών αλλά και για την Ευρώπη στο σύνολό της, ίσως δεν είναι πλέον δεδομένα’’.

Η βαθιά ακαδημαϊκή γνώση της οικονομικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων σε συνδυασμό με το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Ελλάδα και τη Μ.Βρετανία, δύο πολύ διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, οδήγησαν τον Λουκά Τσούκαλη στη συγγραφή πολλών βιβλίων με θέμα την Ευρώπη όπως The New European Economy και What Kind of Europe? που έχουν εκδοθεί από το Oxford University Press και έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του In Defence of Europe: Can the European Project Be Saved?, το οποίο εκδόθηκε το 2016 επίσης από τις πανεπιστημιακές εκδόσεις της Οξφόρδης, σημαδεύτηκε χρονικά από το δημοψήφισμα για το Brexit (η αγγλική έκδοση κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και η ελληνική κυκλοφόρησε ενόσω ήταν ακόμα έντονος ο απόηχος του αποτελέσματος του).

Σε ένα σχετικό κεφάλαιο όπως αυτό για τα Δημοψηφίσματα στην Ευρώπη είναι που ο αναγνώστης διαπιστώνει πως ο Λουκάς Τσούκαλης δεν επιχειρεί να γράφει πανεπιστημιακά συγγράμματα αλλά βιβλία που μπορούν να συνδυάσουν τις ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές γνώσεις του με την εμπειρία του ως πολίτης του κόσμου, που γεννήθηκε στην Ελλάδα, μια μικρή – αλλά καίριας σημασίας για την Ευρώπη – χώρα, βίωσε τον βρετανικό τρόπο ζωής, γνώρισε, συζήτησε και αξιοποίησε απόψεις πολλών σημαντικών επιστημόνων από όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και δίδαξε σε αρκετές νέες γενιές άλλων πολιτών του κόσμου.

Ο ίδιος δεν έχει διάθεση να οραματίζεται ευρωπαϊκά ιδεώδη που δεν μπορούν πλέον να εφαρμοστούν και να μην επηρεάζεται από τις τρέχουσες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή σκηνή, γι’αυτό και στην ελληνική έκδοση του βιβλίου Υπεράσπιση της Ευρώπης προσέθεσε τον υπότιτλο ‘’Μπορεί να σωθεί το ευρωπαϊκό εγχείρημα και με ποια μορφή;” φανερώνοντας έτσι την κριτική του προσέγγιση πάνω στο ζήτημα και παράλληλα την ικανότητα του να αναλύσει ρεαλιστικά την επικρατούσα, σύνθετη ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Κι όπως σημείωσε ο συγγραφέας στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου του στην Ελλάδα ‘’Βιώνουμε τη χειρότερη κρίση από την απαρχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μια κρίση υπαρξιακή αλλά διατηρώ την ελπίδα η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην αποτελέσει μια ιστορική παρένθεση’’. Γιατί ως γνήσιος Ευρωπαϊστής, ο Λουκάς Τσούκαλης δεν παύει να έχει εμπιστοσύνη στα -έστω και της τελευταίας στιγμής- γερά αντανακλαστικά της Γηραιάς Ηπείρου.

Συμπληρωματικές πληροφορίες:

Ο Λουκάς Τσούκαλης υπήρξε σύμβουλος του πρώην Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του πρώην Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και τη Λεγεώνα της Τιμής από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς επίσης και με πολλές άλλες επιστημονικές διακρίσεις.

Αριστείδης Χατζής

Όταν ο Φιλελευθερισμός είναι στάση ζωής

‘’Είμαι φιλελεύθερος και οι ιδέες που εκφράζω είναι φιλελεύθερες’’ δηλώνει συχνά ο Αριστείδης Χατζής. Αυτό είναι και το πρώτο πράγμα που θέλει να ξεκαθαρίσει όταν μιλά για το βιβλίο Φιλελευθερισμός της σειράς ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, πως ‘’Πρόκειται για ένα βιβλίο για το τι εγώ νομίζω πως είναι φιλελευθερισμός’’.

Η διαμόρφωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας του Αριστείδη Χατζή ξεκίνησε από το οικογενειακό περιβάλλον του: ‘’Ανήκω σε μια οικογένεια όπου είχα παραστάσεις από όλες τις πολιτικές ιδεολογίες. Στην οικογένεια μου υπήρχε ένας πλουραλισμός ιδεών αλλά και ανοχή’’ αποκάλυψε στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου του.

Ακολούθησαν οι σπουδές του στη Νομική Σχολή και το μεταπτυχιακό του στην Ιστορία, Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία του Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Οι μεταπτυχιακές σπουδές του συνεχίστηκαν στη Φιλοσοφία του Δικαίου και Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σικάγο ενώ το 1999 έλαβε το διδακτορικό του: An Economic Theory of Greek Contract Law.

Το Νοέμβριο του 2000 ο Αριστείδης Χατζής ξεκινά την ακαδημαϊκή του καριέρα ως Λέκτορας, το Μάιο του 2005 εκλέγεται Επίκουρος Καθηγητής, τον Απρίλιο του 2011 γίνεται Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πλέον κατέχει τη συγκεκριμένη Έδρα. Παράλληλα, είναι διδάκτωρ Δικαίου & Οικονομικών (Law & Economics) του University of Chicago, δικηγόρος, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Society of European Contract Law και του European Network for Better Regulation. Είναι επίσης μέλος των Επιστημονικών Συμβουλίων του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚεΦιΜ). Από τον Μάρτιο του 2014 μέχρι τον Μάιο του 2016 υπηρέτησε ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας (ΕΣΕΤ). Έχει τιμηθεί με υποτροφίες και ακαδημαϊκά βραβεία, ενώ εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά, και σε συλλογικούς τόμους.

Πρόσφατα επιμελήθηκε το συλλογικό έργο Law and Economics: Philosophical Issues and Fundamental Questions (London/New York: Routledge, 2015) ενώ έχει να επιδείξει μια πλούσια αρθρογραφία σε μεγάλα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα (Το Βήμα, Tα Νέα, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Protagon, VICE κ.α.) και στο εξωτερικό (New York Times, Financial Times, Wall Street Journal, κ.α.)

Με ένα τόσο εντυπωσιακό βιογραφικό και βαθιά γνώση της νομικής επιστήμης το πρώτο που θα περίμενε κανείς είναι πως ο Αριστείδης Χατζής χρησιμοποιεί μια ξύλινη γλώσσα, κάτι το οποίο απέχει πολύ από την πραγματικότητα όσον αφορά τόσο τον γραπτό, όσο και τον προφορικό του λόγο. Πλεονέκτημα που έχει φέρει και πολλές συνεντεύξεις σε ελληνικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και διεθνή μέσα ενημέρωσης (BBC, Bloomberg News, Economist, Euronews, Financial Times, Guardian, Spiegel, National Public Radio, New York Times, Time, Voice of America, Wall Street Journal, Βελγική, Γαλλική, Γερμανική, Ιταλική, Ιρλανδική, Κινέζικη, Κορεάτικη, Σουηδική, Φινλανδική Δημόσια Τηλεόραση, κ.α.)

Η άμεση κατανόηση των αναλύσεων του Αριστείδη Χατζή ίσως να οφείλεται στην καθημερινή του διάδραση με φοιτητές. Η λέξη «διάδραση» δεν είναι τυχαία γιατί ο Αριστείδης Χατζής δεν είναι σίγουρα ένας καθηγητής του εδράνου. ‘’Αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο είναι οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μου. Επιδιώκω να έχω προσωπική σχέση μαζί τους – με τη καθεμιά και τον καθένα ξεχωριστά, όσο αυτό είναι δυνατό. Προφανώς ελάχιστες/οι ανάμεσά τους βρίσκονται κοντά στις φιλελεύθερες ιδέες. Όμως με αντιμετωπίζουν πάντα με σεβασμό και νομίζω, με ενδιαφέρον. Θέλουν να ακούσουν τι θα πω και ακόμα κι αν διαφωνούν έντονα συνεχίζουν να με παρακολουθούν. Τώρα, αν με ρωτήσετε πώς ανέχονται κάποιον τόσο ανοικτά φιλελεύθερο θα σας απαντήσω ότι για να αποκτήσεις την εμπιστοσύνη τους και να κερδίσεις τον σεβασμό τους θα πρέπει να είσαι ειλικρινής μαζί τους και να δημιουργείς ένα κλίμα ανοικτότητας, διαλόγου και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αυτό τουλάχιστον προσπαθώ να πετύχω. Οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μου γνωρίζουν ότι μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα στις τάξεις μου, ότι αξιολογείται θετικά το δομημένο επιχείρημα και η κριτική σκέψη’’ έχει δηλώσει σε συνέντευξη του στο Andro.gr.

Ναι, για τον Αριστείδη Χατζή ο φιλελευθερισμός δεν αποτελεί μια ουτοπική θεωρία ή ένα δημοφιλές θέμα ανάλυσης σε φόρουμ και πάνελ, αλλά μία στάση ζωής. Έτσι, εφαρμόζει στην πράξη βασικές αρχές όπως την ισότητα των ευκαιριών και την ελευθερία του λόγου, δεν παύει να τονίζει πως υποχρέωση του φιλελεύθερου κράτους είναι να εξασφαλίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών και να ξεκαθαρίζει πως δεν νοείται οικονομικός φιλελευθερισμός δίχως τον κοινωνικό.

Για τον ίδιο, το βιβλίο Φιλελευθερισμός που ανήκει στη σειρά ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ είναι ακριβώς αυτό: μια Εισαγωγή στη σημαντική όσο και παρεξηγημένη κοσμοθεωρία ελπίζοντας, ως νομικό μυαλό, πως μέσα από ένα βιβλίο 25.000 λέξεων θα αποδείξει (για αρχή) πως μια ιδεολογία δεν μπορεί να προηγηθεί της επιστήμης.

Μετά την πετυχημένη έκδοση του Φιλελευθερισμού και θέλοντας να εμβαθύνει στην πρακτική εφαρμογή των αρχών της φιλελεύθερης ιδεολογίας, ο Αριστείδης Χατζής εξέδωσε στις Εκδόσεις Παπαδόπουλος τον τίτλο Επιχειρήματα Ελευθερίας. Στο ανθολόγιο εφαρμοσμένου φιλελευθερισμού όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος, δεν διστάζει να παραθέσει επιχειρήματα για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, όπως το δικαίωμα παιδοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια και για τον κίνδυνο του εθνολαϊκισμού, ενώ παράλληλα αφιερώνει ξεχωριστά κεφάλαια στην οικονομική ελευθερία και στο φαινόμενο της πολιτικής βίας.

Στη συνέχεια ο καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών επέστρεψε συγγραφικά στις ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ με τον τίτλο Θεσμοί στο οποίο καταπιάνεται με τη σύγχρονη θεωρία των θεσμών όπως αυτή διαμορφώνεται στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Χρησιμοποιώντας ξανά την ευσύνοπτη και ταυτόχρονα εμπεριστατωμένη πένα του, ο Αριστείδης Χατζής απαντά σε επίκαιρα κοινωνικά ερωτήματα όπως “Τι είναι το κράτος δικαίου”, “Γιατί η ελληνική κρίση είναι κυρίως θεσμική” και “Γιατί η πολιτική άγνοια και ο οικονομικός αναλφαβητισμός οδηγούν στον λαϊκισμό”, ενώ παράλληλα κάνει μια εισαγωγή στην οικονομική ανάλυση του δικαίου, τα θεσμικά οικονομικά και τη θεωρία της δημόσιας επιλογής.

Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις απόψεις και την ιδεολογία που πρεσβεύει ο Αριστείδης Χατζής, είναι χρήσιμο να διαβάσει τα βιβλία και τα άρθρα του ή να τον ακούσει να μιλά γιατί τα επιχειρήματά του μόνο ωφέλιμη “τροφή για σκέψη” θα αποτελέσουν για τη λειτουργία της κοινωνίας και τον κοινωνικό διάλογο.

Emma Donoghue

Η πειθαρχημένη συγγραφέας των μπεστ σέλερ

Ψηλή, κοκκινομάλλα, καθολική, μητέρα δυο παιδιών, αφοσιωμένη στην ανατροφή τους. Εκ πρώτης όψεως η Emma Donoghue μοιάζει να ανταποκρίνεται απολύτως στο στερεότυπο της  παραδοσιακής Ιρλανδής – ωστόσο, έχει καταφέρει να συνδυάσει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την μητρότητα με την συγγραφή, την σταθερή εστία με την περιπλάνηση, την πρακτική πλευρά της καθημερινότητας με την πιο γόνιμη και τολμηρή φαντασία. Στα 48 της χρόνια, πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη, η Donogue αυτοχαρακτηρίζεται “μετανάστρια” – γιατί, όπως λέει, μετακινείται αδιάκοπα ανάμεσα στα είδη της γραφής (έχει ασχοληθεί με την ιστορία της λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα, την ποίηση, το θέατρο, ακόμη και με τη συγγραφή σεναρίων) αλλά και ανάμεσα στις ηπείρους, αφού από το 1998 ζει στον Καναδά, με την σύντροφό της, καθηγήτρια πανεπιστημίου Chris Roulston και τα δυο τους παιδιά, τον Finn και την Ούνα, χωρίς να πάψει να ταξιδεύει τακτικά και να μένει επί μεγάλα διαστήματα στην Ιρλανδία, την Αγγλία και την Ευρώπη.

Γεννημένη στο Δουβλίνο το 1969, η Emma είναι το μικρότερο από τα οχτώ παιδιά της Frances και και του γνωστού κριτικού λογοτεχνίας Denis Donoghue. Από παιδάκι διάβαζε πολύ, έγραφε ποιήματα, και ήθελε να γίνει μπαλαρίνα, στα οκτώ της όμως συνειδητοποίησε ότι θα γινόταν πολύ ψηλή. “Το ύψος είναι αποτρεπτικό για μια κλασική χορεύτρια, κι έτσι, βολεύτηκα με τη λογοτεχνία”, λέει χαριτολογώντας. “Δεν με πείραξε πολύ που εγκατέλειψα το μπαλέτο, γιατί έτσι θα μπορούσα να τρώω χωρίς τύψεις γλυκά”. Φοίτησε σε καθολικά σχολεία, εκτός από ένα ‘’διαφωτιστικό έτος’’ (όπως το έχει χαρακτηρίσει η ίδια), όταν, σε ηλικία δέκα ετών, είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα, πηγαίνοντας για ένα χρόνο σχολείο στη Νέα Υόρκη. Το 1990 πήρε το πτυχίο της στην αγγλική και γαλλική φιλολογία από το University College του Δουβλίνου και λίγο αργότερα μετοίκισε στην Αγγλία, και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο του Cambridge. Θέμα της ήταν  «Η αντίληψη περί φιλίας ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες στην αγγλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα», μια διατριβή που η ίδια θεωρεί ενδιαφέρουσα, αλλά δεν σκέφτηκε ποτέ να την εκδώσει.

Με άλλα λόγια, γνωρίζει τον 18ο αιώνα και τη λογοτεχνία του απ’ έξω κι ανακατωτά – όταν μάλιστα την ρωτούν σε ποια ιστορική εποχή θα προτιμούσε να ζει, απαντάει ότι αν είχε μια μηχανή του χρόνου θα της άρεσε πολύ να βρεθεί στο Λονδίνο του 18ου αιώνα, υπό κάποιες προϋποθέσεις, βέβαια: “Θα ήμουν μια πλούσια γεροντοκόρη με σκανδαλώδεις συνήθειες, τα καπέλα μου θα ήταν τεράστια, οι σοκολατένιες ελίτσες θα είχαν μόλις επινοηθεί, και θα ξεσπούσαν πότε πότε κάποιες μικρές επαναστάσεις ώστε να υπάρχει λίγη έξαψη και να καταπολεμάται η πλήξη”.

Η ίδια πάντως, διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τι θα πει πλήξη. Από τα 23 της χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή και κερδίζει το ψωμί της με την πέννα της και μόνο, παρότι ομολογεί ότι ποτέ δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την συγγραφή ως “κανονική δουλειά” με συγκεκριμένα ωράρια. Μόνο όταν έγινε μητέρα κατόρθωσε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα: μόλις συνοδέψει τα παιδιά της στο σχολικό λεωφορείο τρέχει στον υπολογιστή της καθώς έχει περιθώριο μέχρι τις 3:30 μ.μ. για να δουλέψει πάνω στα κείμενα της. Ωστόσο, ακόμη κι όταν εκείνα επιστρέφουν, όπως έχει ομολογήσει, κάπως ενοχικά, σε συνέντευξη της στην Guardian συχνά διαπιστώνει πως “το μυαλό μου βρίσκεται με τους χαρακτήρες που έχω πλάσει και μου είναι λίγο δύσκολο να ανταποκριθώ στις ανάγκες των πραγματικών ανθρώπων’’. Παρόλα αυτά δεν δίνει ρεπό στον εαυτό της όταν ολοκληρώνει ένα έργο, γιατί, καθώς εκμυστηρεύεται στον δημοσιογράφο, αν δεν έχει κάτι άλλο να κάνει την ημέρα που στέλνει το τελικό κείμενο, καταπιάνεται αμέσως με το επόμενο βιβλίο της.

Και πράγματι, η παραγωγή της είναι εντυπωσιακή. Δεκαπέντε βιβλία (συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα), πέντε θεατρικά έργα για τη σκηνή και άλλα πέντε για το ραδιόφωνο, ιστορίες της λογοτεχνίας, ανθολογίες, κριτικά άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες.  Το τελευταίο της βιβλίο, “Το Θαύμα”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, αποκαλύπτει την μεγάλη της αγάπη για την ιστορική και φιλολογική έρευνα και τον γόνιμο τρόπο με τον οποίο διοχετεύει την ιστορική πρώτη ύλη στην μυθοπλασία. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ που η συγγραφέας το εμπνεύστηκε από τις, αρκετά συχνές μεταξύ 16ου και 20ου αιώνα στην Ευρώπη, περιπτώσεις των  “νηστευουσών νεανίδων”, νεαρών γυναικών και κοριτσιών σε προ-εφηβική ηλικία, που ισχυρίζονταν ότι ζούσαν χωρίς τροφή επί μήνες, ακόμη και επί χρόνια.  Εξαιρετικά γοητευτικό, το βιβλίο της ήταν υποψήφιο για το έγκυρο καναδικό βραβείο Giller Prize και για το ιρλανδικό Kerry Group Novel of the Year.

To “Θαύμα” είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα που έρχεται να επιβεβαιώσει και να επεκτείνει τη λογοτεχνική αναγνώριση την οποία χάρισε στην Emma Donoghue “Το Δωμάτιο” (2010), το οποίο γινε μπεστ σέλερ, μπήκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Man Booker, έγινε πετυχημένη ταινία με την πρωταγωνίστρια του, Brie Larson, να κερδίζει Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και Bafta Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την ενσάρκωση της Τζόι, της απαχθείσας και έγκλειστης μητέρας του βιβλίου. Αξίζει να σημειωθεί πως η Emma Donoghue είχε επιμεληθεί το σενάριο της εν λόγω ταινίας και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερου Προσαρμοσμένου Σεναρίου.

Βέβαια, η ίδια η Emma Donoghue δεν έχει χρόνο να επαναπαυτεί στις δάφνες της καθώς πιθανότατα ήδη θα δουλεύει πάνω στο επόμενο μυθιστόρημα της. Αυτή είναι εξάλλου και η συμβουλή που δίνει στους νέους και φιλόδοξους συγγραφείς: ‘’Να είστε όσο πιο εργατικοί και ταπεινοί γίνεται’’.
 

(Φωτογραφία εξωφύλλου: Emma Donoghue © Punch Photographic, 2013)

Ουίλιαμ Μακνήλ

Ο σπουδαίος ιστορικός που αγάπησε την Ελλάδα

«Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια εξέλιξη από την απλή ομοιότητα προς την ποικιλομορφία και εν τέλει, προς τη σύνθετη ομοιότητα» έχει δηλώσει ο  Ουίλιαμ Χάρντι Μακνήλ.
Γεννημένος στο Βανκούβερ το 1917, ο γιος του θεολόγου και εκπαιδευτικού Τζον Τ. Μακνήλ κάπου στην εφηβεία του αποφασίζει πως η θρησκεία δεν τον βοηθά να ερμηνεύσει τον κόσμο και τα φαινόμενα του, και προτιμά να στραφεί στη μελέτη της ιστορίας. Έτσι, το 1938 ολοκληρώνει το προπτυχιακό, και το 1939 το μεταπτυχιακό του στην Ιστορία, στο πανεπιστήμιο του Σικάγο. Στο ίδιο πανεπιστήμιο επιστρέφει το 1947 ως καθηγητής και το εγκαταλείπει μόνο όταν συνταξιοδοτείται το 1987.

Τον φοιτητή Μακνήλ κερδίζει η Σχολή του Ρασιοναλισμού που έμελλε να αποτελέσει τον δικό του οδηγό ζωής και εργασίας. Αντλώντας έμπνευση από το έργο του Καρλ Μπέκερ, επιδίδεται στη μελέτη της κυκλικής ροής της ιστορίας και τη σχέση ανάμεσα στην παράδοση και την επανάσταση. Το 1947 ολοκληρώνει τη διατριβή του (PhD) στο πανεπιστήμιο του Κορνέλ η οποία έχει ως θέμα «τη σημασία της καλλιέργειας της πατάτας στην Ευρώπη».

Η απαρχή του δεσμού που δημιουργεί με την Ελλάδα

Αρχές του 1944 οι Ναζί αποχωρούν από τα Βαλκάνια και έτσι ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα, Λίνκολν Μακβέι, οργανώνει από το Κάιρο τη στελέχωση της μικρής του πρεσβείας που θα λειτουργήσει ξανά στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό, απευθύνεται στον φίλο του καθηγητή Φίλιπ Μόουσλι, ζητώντας του να προτείνει κάποιον για στρατιωτικό ακόλουθο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ελλάδα. Ο Μόουσλι συστήνει τον διδακτορικό φοιτητή του, Ουίλιαμ Μακνήλ. Στις 10 Νοεμβρίου του 1944 ο Μακνήλ αποβιβάζεται με ένα στρατιωτικό τζιπ στο λιμάνι του Πειραιά.
Η κύρια αρμοδιότητα του νεαρού στρατιωτικού ακολούθου είναι να στέλνει αναφορές για ζητήματα στρατιωτικά και ασφαλείας στο Υπουργείο Πολέμου. Ο Μακνήλ αποφασίζει να συμπεριλάβει σε αυτές, περιγραφές από τις πολλές πτυχές της ζωής στην Ελλάδα.

Η μεταπολεμική Ελλάδα δεν αφήνει αδιάφορο τον νεαρό ιστορικό ο οποίος διασχίζει τη χώρα από άκρη σε άκρη, συγκεντρώνοντας πληροφορίες και εντυπώσεις, ενίοτε και από τις κατεχόμενες από αντάρτες περιοχές. Ο ίδιος παρατηρεί με κριτική διάθεση τους βρετανικούς χειρισμούς και γίνεται μάρτυρας διάφορων γεγονότων όπως η αλλαγή ηγεσίας στο Κιλκίς, από τους κομμουνιστές στους εθνικιστές. Ο πρεσβευτής Μακβέι λαμβάνει τις αναφορές του Μακνήλ και αρκετές φορές συμπεριλαμβάνει αποσπάσματα τους, στις επιστολές που στέλνει στον Πρόεδρο Ρούσβελτ.
Στην Αθήνα, εκτός από ιστορικά γεγονότα, συναντά και τον έρωτα στο πρόσωπο της Ελίζαμπεθ Ντάμπισαϊρ. Η Ντάμπισαϊρ έχει καταγωγή από το Κεντάκι, ωστόσο έχει ζήσει αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, καθώς ο πατέρας της δίδασκε Αγγλικά στο Κολλέγιο Αθηνών. Η ίδια είναι πολύγλωσση: γνωρίζει γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά και ελληνικά, είχε εργαστεί στο Γραφείο Πολεμικών Πληροφοριών (OWI) και στη συνέχεια μετατέθηκε στην Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (USIA) στην Ελλάδα. Η Ελίζαμπεθ Ντάμπισαϊρ θα αποτελέσει για τον Ουίλιαμ Μακνήλ σύντροφο ζωής, συνεργάτη στην έρευνα, μεταφράστρια, κριτικό, διορθώτρια και τέλος, μητέρα των τεσσάρων παιδιών που θα αποκτήσουν μαζί.

Το 1944 πλησιάζει στο τέλος του και ο Μακνήλ γίνεται μάρτυρας των Δεκεμβριανών (Δεκέμβριο 1944 – Ιανουάριο 1945) που λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα. Η ιστορική του ανάλυση είναι αντικειμενική και βαθυστόχαστη και αποκαλύπτει την επιρροή που άσκησε στον ελληνικό λαό ο διχασμός ανάμεσα στην ελεγχόμενη από τους κομμουνιστές Αριστερά και την Δεξιά. Ο Μακνήλ γράφει εκθέσεις για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι και την αποστράτευση του, τον Ιούνιο του 1946. Πριν επιστρέψει στα πάτρια εδάφη του, ο τέως στρατιωτικός ακόλουθος κάνει το δικό του απολογισμό για τη μεταπολεμική Ελλάδα και τα προβλήματα που βλέπει είναι: έλλειψη φυσικών πόρων, πρωτόγονες μέθοδοι γεωργίας, μικρή βιομηχανία, λιγοστά κεφάλαια, ξένες επεμβάσεις και ανεπαρκείς υποδομές.

Η καθιέρωση του ως ιστορικός αναλυτής

Το έτος 1947, ο Ουίλιαμ Μακνήλ έχει ήδη ξεκινήσει να εργάζεται ως καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Σικάγο και συνεργάζεται με τον σπουδαίο ιστορικό, και προσωπικό φίλο του πεθερού του, ?ρνολντ Τόινμπι. Από τη συνεργασία αυτή προκύπτουν δύο σημαντικοί σταθμοί στη σταδιοδρομία του Μακνήλ: Πρώτον, αναλαμβάνει τη συγγραφή ετήσιων αναφορών του Royal Institute of International Affairs (Chatham House) που εδρεύει στο Λονδίνο, και δεύτερον, εκδίδει το βιβλίο Αμερική, Βρετανία, Ρωσία: Η συνεργασία και η διαμάχη τους 1941-1946 (America, Britain and Russia: Their Cooperation and Conflict 1941-1946). Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι πως η έρευνα για το προαναφερόμενο έργο γίνεται δίχως να έχει πρόσβαση σε δημόσια διαθέσιμες πηγές, και εντούτοις θεωρείται η πρώτη σοβαρή μελέτη του Ψυχρού Πολέμου και μια σημαντική συνεισφορά στη Σχολή του Ρεαλισμού.

Το 1956 ο Μακνήλ επιστρέφει στην Ελλάδα, αποδεχόμενος πρόσκληση του Twentieth Century Fund. Σκοπός της πρόσκλησης είναι να αξιολογήσει ο ιστορικός τον αντίκτυπο της αμερικανικής βοήθειας στον περιορισμό της φτώχειας και στην ανάπτυξη της κοινωνικής σταθερότητας. Έτσι, προέκυψε το έργο Η αμερικανική βοήθεια εν δράσει 1947-1956 το οποίο αποτελεί μια αντικειμενική ανάλυση της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας μετά τον Εμφύλιο, με ειδικές αναφορές στη σκληρή ζωή στην επαρχία και για τις ανισότητες μεταξύ αντρών και γυναικών.
Δέκα χρόνια μετά ο καθηγητής Ιστορίας επισκέπτεται ξανά την Ελλάδα και σημειώνει πως «σχεδόν όλα τα σχέδια και όνειρα του 1956 έχουν γίνει πραγματικότητα», παρατηρώντας μεγάλες αλλαγές στη γεωργική και βιομηχανική παραγωγή.

Το 1962 εκδίδεται το μεγαλύτερο σε έκταση έργο του Ουίλιαμ Μακνήλ με τίτλο The rise of the west: A history of the human community το οποίο διαλευκάνει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν οι μακρινοί πολιτισμοί μεταξύ τους. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού, ο συγγραφέας εκφράζει την ελπίδα το έργο του να ερμηνευόταν και να παρερμηνευόταν, καθώς κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε την αναγνώρισή του ως έργο αναφοράς. Η συγκεκριμένη δήλωση έμελλε να είναι προφητική.

(Oυίλιαμ Μακνήλ, νεαρός καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγο)

Ναι, ο Ουίλιαμ Μακνήλ ήταν – αν μη τι άλλο – οξυδερκής και διορατικός. Το 1967 το πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν διοργανώνει διεθνές συνέδριο στο πλαίσιο εορτασμού της 20ης επετείου του Δόγματος Τρούμαν. Στο συνέδριο αυτό, ο στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλιτ δηλώνει πως η Ελλάδα αντιμετώπιζε μία νέα εσωτερική κομμουνιστική απειλή. Ο Μακνήλ αντιτείνει πως η απειλή δεν ερχόταν από Αριστερά, αλλά από Δεξιά. Είναι 12 Απριλίου του 1967. Εννέα μέρες μετά γίνεται Πραξικόπημα στην Ελλάδα και επιβάλλεται δικτατορία.

Έχοντας ήδη ανοίξει νέους δρόμους αναστοχασμού στη μελέτη της ιστορίας, ο Ουίλιαμ Μακνήλ αποδεικνύεται ακόμα πιο πρωτοπόρος με το έργο του Plagues and Peoples (1976) καθώς δίνει έμφαση στο ρόλο της επιδημιολογίας στην ιστορική έρευνα. Και πράγματι, η ανάλυση του αγώνα ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος και τα μικρόβια αποτελεί μια μεθοδολογική καινοτομία.

Η μεταμόρφωση της Ελλάδας

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια η Ελλάδα αποτελεί αγαπημένο αντικείμενο μελέτης του Μακνήλ και έτσι το 1978 εκδίδει το βιβλίο The metamorphosis of Greece since World War II (Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017). Η έρευνα του κινείται σε δύο άξονες: ο ένας είναι το τοπίο, η γεωγραφική διαμόρφωση, το κλίμα και την αστικοποίηση της Ελλάδας, και ο άλλος η συνύπαρξη των παραδοσιακών στοιχείων με τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας. Ο ίδιος είχε ανέκαθεν τη δυνατότητα ως ιστορικός να αντιλαμβάνεται τη διαδοχή ανάμεσα στο αρχαίο, το βυζαντινό και το νεοελληνικό πνεύμα, πέρα όμως από την επιστημονική του ιδιότητα, είναι φανερό πως υπήρξε λάτρης του ελληνικού πνεύματος και τοπίου.

«Το έργο αποτελεί μια ολοκληρωμένη ματιά πάνω στη σύγχρονη ελληνική ιστορία – τόσο συνολική, όσο σπανίως καταφέρνουν (αν το καταφέρνουν ποτέ) να αποδώσουν οι ίδιοι οι Έλληνες αναλυτές.» σημειώνει για το Η μεταμόρφωση της Ελλάδας ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου σε άρθρο του στο The Athens Review of books.*

«Ο ιστορικός των μεγάλων συνθέσεων»

Μετά από 40 χρόνια διδασκαλίας στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, ο Ουίλιαμ Μακνήλ συνταξιοδοτείται το 1987, παραμένει ωστόσο ένας πολύ ενεργός συγγραφέας (έχει γράψει περισσότερα από 20 βιβλία).

Το 1996 λαμβάνει το βραβείο Εράσμους για την «εξέχουσα συνεισφορά του στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό» ενώ το 2009 ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, του απονέμει το Εθνικό Βραβείο των Ανθρωπιστικών Επιστημών σε μια τελετή που λαμβάνει χώρα στο Λευκό Οίκο.
Το 2003 έχει τη χαρά να γράψει μαζί με τον γιο του Τζον Ρόμπερτ, ο οποίος θεωρείται άξιος συνεχιστής του, το έργο The Human Web: A Bird’s-Eye View of World History.

Το τελευταίο, εξάτομο έργο του εκδίδεται το 2011 και πέντε χρόνια μετά φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 98 ετών, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στη επιστήμη  της ιστορίας.

(Ο Ουίλιαμ Μακνήλ βραβεύεται από τον Μπάρακ Ομπάμα)

* «H αναζήτηση της Δύσης και η μελέτη της Ελλάδας», Ευάνθης Χατζηβασιλείου, 2013, The Athens Review of books

Τόνι Μόρισον

Η εμβληματική εκπρόσωπος της αμερικανικής λογοτεχνίας

Η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έχει βραβευτεί με το Πούλιτζερ και το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου ενώ έχει τιμηθεί με το Προεδρικό Μετάλλιο. Ελευθερίας των ΗΠΑ και με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών της Γαλλίας.
Συγγραφέας, καθηγήτρια πανεπιστημίου, υπεύθυνη εκδόσεων, δοκιμιογράφος, στιχουργός, ακτιβίστρια.

Ο κατάλογος με τα επιτεύγματα της Τόνι Μόρισον είναι ατελείωτος. Στα 86 χρόνια της σήμερα*, μετράει περισσότερες από 33 διακρίσεις. Το μοναδικό της συγγραφικό στυλ χαρακτηρίζεται από κοινωνικά ευαίσθητη θεματολογία, εξαίσιες περιγραφές και δυνατούς Αφροαμερικανούς ήρωες, κυρίως γυναίκες. Γεννημένη το 1931 στη μικρή πόλη Λορέιν του Οχάιο, η Κλόε Γόφορντ –όπως είναι το πραγματικό της όνομα– ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της Τζορτζ εργαζόταν κυρίως ως μεταλλοκολλητής αλλά έκανε παράλληλα κι άλλες δουλειές προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά του, ενώ η μητέρα της ήταν μέλος της χορωδίας στην Αφρικανική Επισκοπική Εκκλησία των Μεθοδιστών. Η Τόνι Μόρισον έχει τονίσει σε συνεντεύξεις της πως οι γονείς της τής εμφύσησαν την αγάπη για το διάβασμα, τη μουσική και την αφροαμερικανική παράδοση.
Η συνοικία όπου μεγάλωσε ήταν πολυφυλετική: οι γείτονές της, εκτός από Αφροαμερικανοί, ήταν Πολωνοί, Ιταλοί και εβραίοι. Ίσως το συγκεκριμένο περιβάλλον να βοήθησε τη Μόρισον να μην αισθανθεί κατώτερη ή διαφορετική παρόλο που ήταν η μόνη Αφροαμερικανή στην τάξη. «Ήμουν η μόνη μαύρη μαθήτρια και η μόνη που ήξερε να διαβάζει» έχει δηλώσει σε συνέντευξή της στους New York Times.
Το σχολείο ακολούθησαν οι σπουδές της στην αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Howard και στη συνέχεια στο Cornell, απ’ όπου έλαβε τον μεταπτυχιακό της τίτλο το 1955. Το 1957 επιστρέφει στο Howard University ως καθηγήτρια και γνωρίζει τον μετέπειτα σύζυγό της Χάρολντ Μόρισον, αρχιτέκτονα από την Τζαμάικα. Το 1961 το ζευγάρι αποκτά έναν γιο, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, η Τόνι αποφασίζει να χωρίσει. Εκείνος επιστρέφει στην Τζαμάικα και η Τόνι, έγκυος στο δεύτερο παιδί, γυρίζει στη γενέτειρά της.
Στο Οχάιο θα μπορούσε να μεγαλώσει με τη βοήθεια των συγγενών της τους γιους της Χάρολντ και Σλέιντ, ωστόσο εκείνη τολμά να μετακομίσει μόνη με τα παιδιά της στην πόλη Syracuse της Νέας Υόρκης για να εργαστεί ως επιμελήτρια βιβλίων. Μια επαγγελματική απόφαση που ύστερα από λίγο καιρό την οδήγησε στον διεθνούς κύρους εκδοτικό οίκο Random House, στη θέση της υπεύθυνης εκδόσεων.
Έχοντας αφήσει το δικό της αποτύπωμα στον εκδοτικό κόσμο, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκδοση Αφροαμερικανών συγγραφέων και συνεργαζόμενη με την ακτιβίστρια ‘Αντζελα Ντέιβις και τον διάσημο πυγμάχο Μοχάμεντ ‘Αλι στην συγγραφή των αυτοβιογραφικών τους έργων, η Μόρισον θα εκδώσει το 1970 το πρώτο της μυθιστόρημα, το Γαλάζια Μάτια (The Bluest Eye). Για τη συγγραφική της ιδιότητα επιλέγει το υποκοριστικό «Τόνι». Η Τόνι Μόρισον είναι καθολική και διαλέγει το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο προς τιμήν του ‘Αγιου Αντώνιου.
Και μπορεί η Τόνι Μόρισον να θεωρείται σήμερα ως μία από τις πιο εμβληματικές εκπροσώπους της αμερικανικής λογοτεχνίας, εντούτοις το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στέφεται με αποτυχία καθώς η ιστορία της Πέκολα, της μικρής μαύρης που λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο να έχει γαλάζια μάτια, προκαλεί αμφιλεγόμενα συναισθήματα στο αναγνωστικό κοινό. Η ίδια η Μόρισον, αναφερόμενη στο Γαλάζια Μάτια, έχει δηλώσει ότι απλώς ήταν το βιβλίο που ήθελε να διαβάσει και δεν υπήρχε. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στους ρόλους της μόνης, εργαζόμενης μητέρας και συγγραφέως, ξυπνούσε καθημερινά στις 4 τα ξημερώματα για να γράψει. Για την ιστορία, το Γαλάζια Μάτια έγινε best seller –με τη συμβολή του Oprah Book Club– μόλις το 2000: 30 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το βιβλίο πούλησε εκατό χιλιάδες αντίτυπα.
Το 1973 κυκλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημα της Μόρισον Sula που προτάθηκε για το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου (American Book Award). Ωστόσο, την πιο θερμή υποδοχή την επιφύλαξαν αναγνωστικό κοινό και κριτική το 1977 στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα Το τραγούδι του Σόλομον (Song of Solomon). Όταν ο θεσμός Book of the Month Club το ενέταξε στις προτάσεις του προς ανάγνωση, ήταν το πρώτο έργο Αφροαμερικανού συγγραφέα που συμπεριέλαβε στους καταλόγους του μετά το Γέννημα Θρέμμα (Native Son) του Richard Wright, έργο που είχε εκδοθεί το 1940. Το Τραγούδι του Σόλομον αγαπήθηκε πολύ (ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έχει δηλώσει πως είναι ένα από τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν) και η βράβευσή του με το National Books Critics Circle Award ήρθε απλώς να επισφραγίσει τη μεγάλη του απήχηση.
Ωστόσο, μία ακόμη μεγαλύτερη διάκριση περίμενε την Τόνι Μόρισον δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Αγαπημένη (Beloved) για το οποίο απέσπασε το 1988 το βραβείο Πούλιτζερ (Pulitzer Award), στην κατηγορία της μυθοπλασίας. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν το εν λόγω βιβλίο δεν κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, 48 συγγραφείς υπέγραψαν επιστολή διαμαρτυρίας ενώ δέκα χρόνια μετά, η κυρίαρχος των media Όπρα Γουίνφρι έκανε την παραγωγή και πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά του Beloved.

Η ύψιστη διάκριση θα έρθει το 1993, μετά την έκδοση του μυθιστορήματός της Jazz (κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος), οπότε της απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται η πρώτη Αφροαμερικανίδα που λαμβάνει το κορυφαίο βραβείο.

Την ίδια χρονιά οργανώνει στο πανεπιστήμιο Princeton, στο οποίο διδάσκει από το 1989, ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής γνωστό ως Princeton Atelier. Η μόνιμη συμβουλή που έδινε στους σπουδαστές της ήταν «Μη γράφετε για τη δική σας –μικρή– ζωή», θέλοντας να τους προειδοποιήσει για την παγίδα της αυτοαναφοράς.

Το 1986 η «ανήσυχη» Τόνι Μόρισον αποφασίζει να γράψει το πρώτο θεατρικό της έργο με τίτλο Dreaming Emmett και το 1994 τους στίχους για το τραγούδι Four Songs και το 1997 για το τραγούδι Sweet Talk. Το 1999 ασχολείται με την παιδική λογοτεχνία και γράφει μαζί με τον γιο της Σλέιντ επτά παιδικά βιβλία. Το 2006 γράφει το λιμπρέτο της όπερας Margaret Garner, μέσα από το οποίο ξετυλίγεται μια τραγική ιστορία δουλείας. Το έργο κάνει πρεμιέρα στην Όπερα της Νέας Υόρκης το 2007.

Έχοντας αποσυρθεί από τα διδακτικά της καθήκοντα στο Princeton, αφοσιώνεται στη συγγραφή. Τον Δεκέμβριο του 2010 βρίσκεται στα μισά του μυθιστορήματος Γυρισμός (Home, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος), όταν ο γιος της Σλέιντ φεύγει από τη ζωή, χτυπημένος από τον καρκίνο.

Η Μόρισον βρίσκει παρηγοριά στη γραφή. Το 2012 κυκλοφορεί ο Γυρισμός, αφιερωμένος στον Σλέιντ, ενώ γράφει το λιμπρέτο για την όπερα Desdemona, μια σύγχρονη «φεμινιστική» εκδοχή του σαιξπηρικού Οθέλλου, η οποία ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Πίτερ Σέλαρς στο Λονδίνο και τη Βιέννη, και την ίδια χρονιά λαμβάνει το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας (Presidential Medal of Freedom) από τον τότε πρόεδρο, προσωπικό φίλο και θαυμαστή της Μπαράκ Ομπάμα.

Η βράβευση της Τόνι Μόρισον με το Μετάλλιο της Ελευθερίας ήταν κάτι περισσότερο από αυτονόητη, αφού το συγγραφικό της έργο έχει ρίξει φως στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της «μαύρης κοινότητας» των ΗΠΑ, από τα χρόνια της δουλείας ως τον σκοταδισμό της δεκαετίας του ’50 και τον παράλογο Πόλεμο της Κορέας που στοίχισε τη ζωή σε 58.000 Αμερικανούς. Παράλληλα, η Μόρισον αποτελεί μία από τις πιο δυνατές φωνές ενάντια στη λογοκρισία: Όταν το 2009 ένα από τα βιβλία της απαγορεύτηκε από τη διδακτέα ύλη ενός σχολείου στο Μίσιγκαν, ανέλαβε την αρχισυνταξία μιας συλλογής δοκιμίων για τη λογοκρισία και τη δύναμη του γραπτού λόγου, με τίτλο Burn the Book, ενώ σε ομιλία της στο πλαίσιο του Συμβουλίου για την Ελευθερία του Λόγου (Free Speech Council) δήλωσε «Η σκέψη πως δεν θα γράφονται μυθιστορήματα, πως τα ποιήματα θα σιγοψιθυρίζονται από φόβο μην ακουστούν από τους λάθος ανθρώπους, πως οι στοχαστές δεν θα προκαλούν την εξουσία με τα ερωτήματά τους, πως δεν θα γυρίζονται ταινίες και τα θεατρικά έργα δεν θα βρίσκουν σκηνή να τα φιλοξενήσει, είναι μια σκέψη που με προβληματίζει σε βαθμό τρόμου. Σαν να προσπαθούμε να περιγράψουμε τον κόσμο με αόρατο μελάνι».

H Τόνι Μόρισον παραμένει στα 86 της πολυγραφότατη. Το τελευταίο της μυθιστόρημα God Help the child κυκλοφόρησε το 2015 και το 2016 έλαβε μία ακόμη διάκριση, το βραβείο Pen/Saul Bellow για τη συμβολή της στην αμερικανική λογοτεχνία. Το έργο που άλλοι θα χρειάζονταν αρκετές ζωές για να «χτίσουν», για την Τόνι Μόρισον μοιάζει μια απλή διαδικασία. Και παρόλο που κανείς δεν της έχει θέσει –φανερά τουλάχιστον– το ερώτημα «Μα, πώς τα καταφέρνετε;» η ίδια έχει δώσει ήδη την απάντηση μέσα από τις κατά καιρούς δηλώσεις της. Η Μόρισον γνωρίζει πως σημασία δεν έχει η χρονολογία που αναγράφεται στην ταυτότητα αλλά η εσωτερική ηλικία του καθενός: «Μέσα μου ξέρω πως είμαι 23». Και, αντί να εμπιστεύεται τυφλά το ένστικτό της, η Μόρισον έχει δηλώσει πως «Διαθέτω την ευφυΐα να μελετήσω το ένστικτό μου».

Μια πλήρης ζωή και μια πλούσια συγγραφική καριέρα… ‘Αραγε, υπάρχει κάτι που δεν έχει γράψει ακόμα η Τόνι Μόρισον;Ναι, τα απομνημονεύματά της, παρόλο που αποτελούσε μέρος μιας συμφωνίας που αφορούσε την έκδοση δύο βιβλίων της από τον Random House. «Δεν γράφω την αυτοβιογραφία μου. Δεν με ενδιαφέρει» δηλώνει, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη από θριάμβους, που τη βιώνει ακόμη με τη ζωντάνια μίας 23χρονης που μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της, αδιαφορώντας για την υστεροφημία της.

* Η Τόνι Μόρισον απεβίωσε σε ηλικία 88 ετών στις 5 Αυγούστου 2019.

Τόνι Μόρισον

Η εμβληματική εκπρόσωπος της αμερικανικής λογοτεχνίας

Η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έχει βραβευτεί με το Πούλιτζερ και το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου ενώ έχει τιμηθεί με το Προεδρικό Μετάλλιο. Ελευθερίας των ΗΠΑ και με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών της Γαλλίας.
Συγγραφέας, καθηγήτρια πανεπιστημίου, υπεύθυνη εκδόσεων, δοκιμιογράφος, στιχουργός, ακτιβίστρια.

Ο κατάλογος με τα επιτεύγματα της Τόνι Μόρισον είναι ατελείωτος. Στα 86 χρόνια της σήμερα*, μετράει περισσότερες από 33 διακρίσεις. Το μοναδικό της συγγραφικό στυλ χαρακτηρίζεται από κοινωνικά ευαίσθητη θεματολογία, εξαίσιες περιγραφές και δυνατούς Αφροαμερικανούς ήρωες, κυρίως γυναίκες. Γεννημένη το 1931 στη μικρή πόλη Λορέιν του Οχάιο, η Κλόε Γόφορντ –όπως είναι το πραγματικό της όνομα– ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της Τζορτζ εργαζόταν κυρίως ως μεταλλοκολλητής αλλά έκανε παράλληλα κι άλλες δουλειές προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά του, ενώ η μητέρα της ήταν μέλος της χορωδίας στην Αφρικανική Επισκοπική Εκκλησία των Μεθοδιστών. Η Τόνι Μόρισον έχει τονίσει σε συνεντεύξεις της πως οι γονείς της τής εμφύσησαν την αγάπη για το διάβασμα, τη μουσική και την αφροαμερικανική παράδοση.
Η συνοικία όπου μεγάλωσε ήταν πολυφυλετική: οι γείτονές της, εκτός από Αφροαμερικανοί, ήταν Πολωνοί, Ιταλοί και εβραίοι. Ίσως το συγκεκριμένο περιβάλλον να βοήθησε τη Μόρισον να μην αισθανθεί κατώτερη ή διαφορετική παρόλο που ήταν η μόνη Αφροαμερικανή στην τάξη. «Ήμουν η μόνη μαύρη μαθήτρια και η μόνη που ήξερε να διαβάζει» έχει δηλώσει σε συνέντευξή της στους New York Times.
Το σχολείο ακολούθησαν οι σπουδές της στην αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Howard και στη συνέχεια στο Cornell, απ’ όπου έλαβε τον μεταπτυχιακό της τίτλο το 1955. Το 1957 επιστρέφει στο Howard University ως καθηγήτρια και γνωρίζει τον μετέπειτα σύζυγό της Χάρολντ Μόρισον, αρχιτέκτονα από την Τζαμάικα. Το 1961 το ζευγάρι αποκτά έναν γιο, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, η Τόνι αποφασίζει να χωρίσει. Εκείνος επιστρέφει στην Τζαμάικα και η Τόνι, έγκυος στο δεύτερο παιδί, γυρίζει στη γενέτειρά της.
Στο Οχάιο θα μπορούσε να μεγαλώσει με τη βοήθεια των συγγενών της τους γιους της Χάρολντ και Σλέιντ, ωστόσο εκείνη τολμά να μετακομίσει μόνη με τα παιδιά της στην πόλη Syracuse της Νέας Υόρκης για να εργαστεί ως επιμελήτρια βιβλίων. Μια επαγγελματική απόφαση που ύστερα από λίγο καιρό την οδήγησε στον διεθνούς κύρους εκδοτικό οίκο Random House, στη θέση της υπεύθυνης εκδόσεων.
Έχοντας αφήσει το δικό της αποτύπωμα στον εκδοτικό κόσμο, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκδοση Αφροαμερικανών συγγραφέων και συνεργαζόμενη με την ακτιβίστρια ‘Αντζελα Ντέιβις και τον διάσημο πυγμάχο Μοχάμεντ ‘Αλι στην συγγραφή των αυτοβιογραφικών τους έργων, η Μόρισον θα εκδώσει το 1970 το πρώτο της μυθιστόρημα, το Γαλάζια Μάτια (The Bluest Eye). Για τη συγγραφική της ιδιότητα επιλέγει το υποκοριστικό «Τόνι». Η Τόνι Μόρισον είναι καθολική και διαλέγει το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο προς τιμήν του ‘Αγιου Αντώνιου.
Και μπορεί η Τόνι Μόρισον να θεωρείται σήμερα ως μία από τις πιο εμβληματικές εκπροσώπους της αμερικανικής λογοτεχνίας, εντούτοις το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στέφεται με αποτυχία καθώς η ιστορία της Πέκολα, της μικρής μαύρης που λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο να έχει γαλάζια μάτια, προκαλεί αμφιλεγόμενα συναισθήματα στο αναγνωστικό κοινό. Η ίδια η Μόρισον, αναφερόμενη στο Γαλάζια Μάτια, έχει δηλώσει ότι απλώς ήταν το βιβλίο που ήθελε να διαβάσει και δεν υπήρχε. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στους ρόλους της μόνης, εργαζόμενης μητέρας και συγγραφέως, ξυπνούσε καθημερινά στις 4 τα ξημερώματα για να γράψει. Για την ιστορία, το Γαλάζια Μάτια έγινε best seller –με τη συμβολή του Oprah Book Club– μόλις το 2000: 30 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το βιβλίο πούλησε εκατό χιλιάδες αντίτυπα.
Το 1973 κυκλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημα της Μόρισον Sula που προτάθηκε για το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου (American Book Award). Ωστόσο, την πιο θερμή υποδοχή την επιφύλαξαν αναγνωστικό κοινό και κριτική το 1977 στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα Το τραγούδι του Σόλομον (Song of Solomon). Όταν ο θεσμός Book of the Month Club το ενέταξε στις προτάσεις του προς ανάγνωση, ήταν το πρώτο έργο Αφροαμερικανού συγγραφέα που συμπεριέλαβε στους καταλόγους του μετά το Γέννημα Θρέμμα (Native Son) του Richard Wright, έργο που είχε εκδοθεί το 1940. Το Τραγούδι του Σόλομον αγαπήθηκε πολύ (ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έχει δηλώσει πως είναι ένα από τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν) και η βράβευσή του με το National Books Critics Circle Award ήρθε απλώς να επισφραγίσει τη μεγάλη του απήχηση.
Ωστόσο, μία ακόμη μεγαλύτερη διάκριση περίμενε την Τόνι Μόρισον δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Αγαπημένη (Beloved) για το οποίο απέσπασε το 1988 το βραβείο Πούλιτζερ (Pulitzer Award), στην κατηγορία της μυθοπλασίας. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν το εν λόγω βιβλίο δεν κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, 48 συγγραφείς υπέγραψαν επιστολή διαμαρτυρίας ενώ δέκα χρόνια μετά, η κυρίαρχος των media Όπρα Γουίνφρι έκανε την παραγωγή και πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά του Beloved.
Η ύψιστη διάκριση θα έρθει το 1993, μετά την έκδοση του μυθιστορήματός της Jazz (κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος), οπότε της απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται η πρώτη Αφροαμερικανίδα που λαμβάνει το κορυφαίο βραβείο.

Την ίδια χρονιά οργανώνει στο πανεπιστήμιο Princeton, στο οποίο διδάσκει από το 1989, ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής γνωστό ως Princeton Atelier. Η μόνιμη συμβουλή που έδινε στους σπουδαστές της ήταν «Μη γράφετε για τη δική σας –μικρή– ζωή», θέλοντας να τους προειδοποιήσει για την παγίδα της αυτοαναφοράς.
Το 1986 η «ανήσυχη» Τόνι Μόρισον αποφασίζει να γράψει το πρώτο θεατρικό της έργο με τίτλο Dreaming Emmett και το 1994 τους στίχους για το τραγούδι Four Songs και το 1997 για το τραγούδι Sweet Talk. Το 1999 ασχολείται με την παιδική λογοτεχνία και γράφει μαζί με τον γιο της Σλέιντ επτά παιδικά βιβλία. Το 2006 γράφει το λιμπρέτο της όπερας Margaret Garner, μέσα από το οποίο ξετυλίγεται μια τραγική ιστορία δουλείας. Το έργο κάνει πρεμιέρα στην Όπερα της Νέας Υόρκης το 2007.

Έχοντας αποσυρθεί από τα διδακτικά της καθήκοντα στο Princeton, αφοσιώνεται στη συγγραφή. Τον Δεκέμβριο του 2010 βρίσκεται στα μισά του μυθιστορήματος Γυρισμός (Home, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος), όταν ο γιος της Σλέιντ φεύγει από τη ζωή, χτυπημένος από τον καρκίνο.

Η Μόρισον βρίσκει παρηγοριά στη γραφή. Το 2012 κυκλοφορεί ο Γυρισμός, αφιερωμένος στον Σλέιντ, ενώ γράφει το λιμπρέτο για την όπερα Desdemona, μια σύγχρονη «φεμινιστική» εκδοχή του σαιξπηρικού Οθέλλου, η οποία ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Πίτερ Σέλαρς στο Λονδίνο και τη Βιέννη, και την ίδια χρονιά λαμβάνει το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας (Presidential Medal of Freedom) από τον τότε πρόεδρο, προσωπικό φίλο και θαυμαστή της Μπαράκ Ομπάμα.

Η βράβευση της Τόνι Μόρισον με το Μετάλλιο της Ελευθερίας ήταν κάτι περισσότερο από αυτονόητη, αφού το συγγραφικό της έργο έχει ρίξει φως στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της «μαύρης κοινότητας» των ΗΠΑ, από τα χρόνια της δουλείας ως τον σκοταδισμό της δεκαετίας του ’50 και τον παράλογο Πόλεμο της Κορέας που στοίχισε τη ζωή σε 58.000 Αμερικανούς. Παράλληλα, η Μόρισον αποτελεί μία από τις πιο δυνατές φωνές ενάντια στη λογοκρισία: Όταν το 2009 ένα από τα βιβλία της απαγορεύτηκε από τη διδακτέα ύλη ενός σχολείου στο Μίσιγκαν, ανέλαβε την αρχισυνταξία μιας συλλογής δοκιμίων για τη λογοκρισία και τη δύναμη του γραπτού λόγου, με τίτλο Burn the Book, ενώ σε ομιλία της στο πλαίσιο του Συμβουλίου για την Ελευθερία του Λόγου (Free Speech Council) δήλωσε «Η σκέψη πως δεν θα γράφονται μυθιστορήματα, πως τα ποιήματα θα σιγοψιθυρίζονται από φόβο μην ακουστούν από τους λάθος ανθρώπους, πως οι στοχαστές δεν θα προκαλούν την εξουσία με τα ερωτήματά τους, πως δεν θα γυρίζονται ταινίες και τα θεατρικά έργα δεν θα βρίσκουν σκηνή να τα φιλοξενήσει, είναι μια σκέψη που με προβληματίζει σε βαθμό τρόμου. Σαν να προσπαθούμε να περιγράψουμε τον κόσμο με αόρατο μελάνι».
H Τόνι Μόρισον παραμένει στα 86 της πολυγραφότατη. Το τελευταίο της μυθιστόρημα God Help the child κυκλοφόρησε το 2015 και το 2016 έλαβε μία ακόμη διάκριση, το βραβείο Pen/Saul Bellow για τη συμβολή της στην αμερικανική λογοτεχνία. Το έργο που άλλοι θα χρειάζονταν αρκετές ζωές για να «χτίσουν», για την Τόνι Μόρισον μοιάζει μια απλή διαδικασία. Και παρόλο που κανείς δεν της έχει θέσει –φανερά τουλάχιστον– το ερώτημα «Μα, πώς τα καταφέρνετε;» η ίδια έχει δώσει ήδη την απάντηση μέσα από τις κατά καιρούς δηλώσεις της. Η Μόρισον γνωρίζει πως σημασία δεν έχει η χρονολογία που αναγράφεται στην ταυτότητα αλλά η εσωτερική ηλικία του καθενός: «Μέσα μου ξέρω πως είμαι 23». Και, αντί να εμπιστεύεται τυφλά το ένστικτό της, η Μόρισον έχει δηλώσει πως «Διαθέτω την ευφυΐα να μελετήσω το ένστικτό μου».
Μια πλήρης ζωή και μια πλούσια συγγραφική καριέρα… ‘Αραγε, υπάρχει κάτι που δεν έχει γράψει ακόμα η Τόνι Μόρισον;Ναι, τα απομνημονεύματά της, παρόλο που αποτελούσε μέρος μιας συμφωνίας που αφορούσε την έκδοση δύο βιβλίων της από τον Random House. «Δεν γράφω την αυτοβιογραφία μου. Δεν με ενδιαφέρει» δηλώνει, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη από θριάμβους, που τη βιώνει ακόμη με τη ζωντάνια μίας 23χρονης που μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της, αδιαφορώντας για την υστεροφημία της.

* Η Τόνι Μόρισον απεβίωσε σε ηλικία 88 ετών στις 5 Αυγούστου 2019.

Τρόποι
Πληρωμής