-Είσαι γενναίος, είπε η Λία. -Κι εσύ, και αυτό είναι που μου αρέσει πιο πολύ σ΄εσένα, είπε το Λιοντάρι.
Ο Al Rodin φτιάχνει από κείμενο και εικονογράφηση ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για τη φιλία, τον φόβο, την κοινή επιθυμία για περιπέτεια, παρά τις διαφωνίες και τα… κατοικίδια.
Περί τίνος πρόκειται
Η Λία έψαχνε να βρει ένα κατοικίδιο που να μπορεί, σαν φιλαράκι της, να το παίρνει μαζί της στις περιπέτειές της. Την ίδια μέρα στο ίδιο λιβάδι, το Λιοντάρι έψαχνε κι εκείνο για ένα κατοικίδιο, για ένα φιλαράκι που θα το ακολουθούσε παντού. Ψάχνανε αλλού γι’ αλλού ο καθένας τους, θάμνους, μέλισσες, φυλλωσιές, πουλιά. Μέχρι που είδαν ο ένας τον άλλον. Διαφώνησαν ποιος θα είναι κατοικίδιο ποιανού, διαφώνησαν ποιανού περιπέτεια και όνειρα θα ζήσουν. Τρύπωσαν μέσα σε ένα πέρασμα με φύλλα. Μύρισε βροχή. Άρχισε να ρίχνει χαμό. Έτρεξαν άρον άρον. Η Λία κούρνιασε κοντά στο Λιοντάρι. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο. Και ήταν ωραία έτσι.
Εστιάζοντας
Πρωτότυπο αναμφίβολα να θέλει ένα λιοντάρι ένα κατοικίδιο και δη έναν άνθρωπο γι’ αυτή τη θέση. Η παράλληλη αναζήτησή τους με τη Λία είναι ατμοσφαιρική και έξυπνη, το αντάμωμά τους επεισοδιακό, με τα συμφέροντα να είναι αντικρουόμενα. Εκείνο που τους ενώνει είναι η κοινή επιθυμία για περιπέτεια, για ένα μαζί αδιαπραγμάτευτο που αντισταθμίζει τις αρχικές τους διαφωνίες και εν τέλει ο κοινός φόβος τους μπροστά σε όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αυτό το μαζί είναι το αδιαμφισβήτητο, δονητικό επίκεντρο της φιλίας που χαρίζει την ομορφιά των στιγμών και συνθέτει ένα αδιαφανές προπέτασμα στον φόβο. Χαρά μοιρασμένη, διπλή χαρά, φόβος μοιρασμένος, μισός φόβος.
Ο Al Rodin μετά το Little Echo ντεμπούτο του, επιστρέφει δύο χρόνια μετά με το An Adventure for Lia and the Lion, αυτή την απολαυστική ιστορία όπου οι δύο ήρωες, κορίτσι και λιοντάρι, έχουν κοινούς φόβους, κοινές αγωνίες, κοινές επιθυμίες, παρόμοιους τρόπους διεκδίκησης και υπεράσπισής τους. Μαζί με την χειροποίητης αίσθησης εικονογράφηση που πραγματικά αποτελεί μια δουλειά με άποψη, με εικαστικό στυλ, αυθεντική, που δεν αναπαράγει έναν κόσμο φωτογραφικά και κομπιουτερίστικα, αλλά τον προσεγγίζει με χιούμορ, με παιδικότητα, με την αμφιβολία και τη ρωγμή του παιδικού σχεδίου, αλλά και τη στιβαρότητα ενός καλλιτέχνη που δημιουργεί κάτι που απολαμβάνει πρώτα ο ίδιος, έχουμε μια ιστορία η οποία με κίνηση, θεατρικότητα και συναισθηματικό φορτίο τρυπώνει στον νου του αναγνώστη.
Η βραβευμένη με Νόμπελ Τόνι Μόρισον στο μοναδικό της διήγημα σκιαγραφεί τις σχέσεις δυο κοριτσιών: της Τουάιλα και της Ρομπέρτα. Οι δυο τους γνωρίζονται σε ηλικία οκτώ ετών και μένουν στο Ίδρυμα Σεντ Μποναβέντσουρ για τέσσερις μήνες καθώς η μαμά της πρώτης χορεύει τις νύχτες και της Ρομπέρτα είναι άρρωστη. Είναι άξιο λόγου το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές στη γραφή της, σε ένα φυλετικοποιημένο σύστημα. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η μια ηρωίδα είναι μαύρη και η άλλη λευκή αλλά μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν μπορεί να καταλάβει ποια είναι ποια κι αυτό δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση της Μόρισον απέναντι στο φυλετικό ζήτημα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τίτλος του βιβλίου. Τον όρο «ρετσιτατίβο» τον συναντάμε στην ευρωπαϊκή όπερα και σημαίνει ένα είδος φωνητικής απαγγελίας, με συνοδεία συγχορδιών. Όταν η φωνή ακολουθεί πιστά τον ρυθμό του προφορικού λόγου. Κάπως έτσι μοιάζει και η αφήγηση της Μόρισον σαν μια απαγγελία, σαν μια κραυγή για τη φυλή και την αναπηρία. Για το κακό που μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και δυο μικρά κοριτσάκια. Για το κακό που μπορούμε να προκαλέσουμε όλοι εμείς…
Η μητέρα μου χόρευε όλη νύχτα και της Ρομπέρτα ήταν άρρωστη. Γι’ αυτό μας πήγανε στο Σεντ Μπόνι’ς. Οι άνθρωποι θέλουν να σε πάρουν αγκαλιά όταν τους λες ότι ήσουνα σε ίδρυμα, όμως, στ’ αλήθεια, δεν ήτανε άσχημα εκεί πέρα. Όχι κανένας μεγάλος, μακρόστενος κοιτώνας με εκατό κρεβάτια όπως το Μπελβί. Κάθε δωμάτιο είχε τέσσερα κρεβάτια, και όταν ήρθαμε η Ρομπέρτα κι εγώ, τα παιδιά που είχε αναλάβει η πολιτεία ήταν λιγοστά, οπότε ήμασταν οι μόνες που μας βάλανε στο 406 και μπορούσαμε να πηγαίνουμε από κρεβάτι σε κρεβάτι αν θέλαμε. Και θέλαμε. Αλλάζαμε κρεβάτι κάθε βράδυ· και τους τέσσερις μήνες που μείναμε εκεί, ποτέ δεν διαλέξαμε ένα απ’ όλα για να γίνει το μόνιμο. (σελ.59)
Η συγγραφέας παρουσιάζει τη ζωή των δυο κοριτσιών που γίνονται γρήγορα φίλες μέσα σ’ εκείνο το παράξενο μέρος. Ένα περίεργο γεγονός θα τις ενώσει ακόμη περισσότερο. Μια άγρια επίθεση στην κωφάλαλη Μάγκι, τη γυναίκα «της κουζίνας με τις γάμπες σαν παρενθέσεις» που θα έρχεται ξανά και ξανά στη μνήμη τους και δεν θα τις αφήσει να ξεχάσουν.
Τίποτα δεν συνέβαινε πραγματικά εκεί μέσα. Τίποτα το σημαντικό, εννοώ. Μόνο τα μεγάλα κορίτσια που χόρευαν και άκουγαν ραδιόφωνο. Η Ρομπέρτα κι εγώ που τις παρακολουθούσαμε. Μια φορά, η Μάγκι, η γυναίκα της κουζίνας με τις γάμπες σαν παρενθέσεις, έπεσε εκεί μέσα και χτύπησε. Και τα μεγάλα κορίτσια την κοίταζαν και γελούσαν. Έπρεπε να τη βοηθήσουμε να σηκωθεί, το ξέρω, αλλά φοβόμασταν εκείνα τα κορίτσια με το κραγιόν και το μολύβι στα βλέφαρα. (σελ. 61)
Η καταγωγή των δυο κοριτσιών διαφέρει πολύ όμως η πορεία τους στο ίδρυμα και η ανάγκη για επιβίωση είναι κοινή. Αρκετά χρόνια αργότερα θα συναντηθούν μακριά από την προστασία του ιδρύματος. Η Τουάιλα δουλεύει σερβιτόρα σ’ ένα εστιατόριο όταν βλέπει μπροστά της τη Ρομπέρτα.
«Ρομπέρτα; Ρομπέρτα Φισκ;»
Σήκωσε το βλέμμα. «Ναι;»
«Η Τουάιλα».
Μισόκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια της κι έπειτα είπε «Ουάου».
«Με θυμάσαι;»
«Βέβαια. Γεια. Ουάου».
«Έχει περάσει καιρός» είπα και χαμογέλασα στους δυο δασύτριχους νεαρούς. (σελ.70-71)
Το θέμα της Μάγκι θα συνεχίσει να τις απασχολεί. Η Ρομπέρτα αναφέρει ότι οι δυο τους την έσπρωξαν και την κλώτσησαν κάτι που η Τουάιλα δεν το θυμάται. Η συζήτηση αυτή τους προκαλεί οδύνη και ντροπή.
[…] «Θυμάσαι τη Μάγκι; Τη μέρα που έπεσε κι εκείνα γκαρ γκερλς γελούσαν μαζί της;»
«Η Μάγκι δεν έπεσε» είπε ..
«Μα ναι, έπεσε. Δεν θυμάσαι;»
«Όχι την έριξαν. Εκείνα τα κορίτσια την έσπρωσαν, έπεσε, και ξέσκισαν τα ρούχα της. Στον οπωρώνα»
«Δεν … Δεν έγινε έτσι». (σελ.79)
Η ιστορία τελειώνει με ένα τεράστιο ερωτηματικό που κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί, να προβληματιστεί: «Τι διάολο έγινε με τη Μάγκι;» Στην ουσία δεν κλείνει το διήγημα. Η υπόθεση της γυναίκας του ιδρύματος που δεν μπορούσε να μιλήσει μένει ανοιχτή για να μας θυμίζει ότι αυτές οι παγιδευμένες ψυχές είναι πάντα εκεί στο περιθώριο και καρτερικά αναζητούν μια έξοδο προς την ελευθερία…
H Ρομπέρτα σήκωσε τα χέρια της από το τραπέζι και κάλυψε το πρόσωπο της με τις παλάμες της. Όταν τις κατέβασε, είδα πως έκλαιγε στ’ αλήθεια. «Ω, σκατά, Τουάιλα. Σκατά, σκατά, σκατά. Τι διάολο έγινε με τη Μάγκι;» (σελ.94)
Η έκδοση είναι εμπλουτισμένη με το εξαιρετικό επίμετρο της μεταφράστριας Κατερίνας Σχινά. Επίσης ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει στην εισαγωγή την εμπεριστατωμένη ανάλυση της Ζέιντι Σμιθ η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αυτό που ποτέ δεν μαθαίνουμε με βεβαιότητα είναι ποιο από τα κορίτσια είναι μαύρο και ποιο λευκό. Κάνουμε εικασίες, υποθέσεις, επιμένουμε ίσως, αλλά δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι τις βλέπουμε να μεγαλώνουν, να ενηλικιώνονται, να γίνονται δυο γυναίκες που πότε πότε συναντιούνται τυχαία. Τις κρυφακούμε όταν μιλάνε, περιεργαζόμαστε τα ρούχα τους, μαθαίνουμε για τους άντρες, τις δουλειές, τα παιδιά, τη ζωή τους.. Όμως η κρίσιμη λεπτομέρεια αποσιωπάται. Μια ιστορία- γρίφος λοιπόν- ένα παιχνίδι. Μόνο που η Μόρισον δεν παίζει. Όταν αποκάλεσε το Ρετσιτατίβο πείραμα, το εννοούσε. Το υποκείμενο του πειράματος είναι ο αναγνώστης.
Τόνι Μόρισον
H Τoni Morrison γεννήθηκε το 1931 στο Λορέιν του Οχάιο. Εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο Random House, δίδαξε επί πολλά χρόνια αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία στα πανεπιστήμια Howard, Yale και Princeton, και έγραψε διηγήματα, κριτικά δοκίμια και έντεκα μυθιστορήματα, από το «Γαλάζια μάτια» (1970) ως το «God help the child» (2015). Έχει τιμηθεί με το βραβείο National Book Critics Circle Award και με το βραβείο Pulitzer για το μυθιστόρημά της «Αγαπημένη». Το 1993 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε τον Αύγουστο του 2019 στη Νέα Υόρκη.
Η Μάρω Θεοδωράκη σε 25 απλές κι ωραίες μουσικές δραστηριότητες για μαμάδες με βρέφη 0-24 μηνών (και λίγο παραπάνω).
Περί τίνος πρόκειται
Στοιχεία μουσικοθεραπείας και μουσικής παιδαγωγικής δομημένα σε δύο ενότητες, απευθυνόμενα σε μικρές μανούλες που βιώνουν το θαύμα της μητρότητας και αναζητούν τρόπους να ανοίξουν δημιουργικές οδούς στη ζωή του παιδιού τους.
Η ευεργετική επίδραση της μουσικής αποτυπώνεται μέσα από 25 ερεθίσματα δράσεις για τη συναισθηματική και επικοινωνιακή ανάπτυξη του βρέφους και την ψυχική του σύνδεση με τη μητέρα, μέσω τραγουδιών, ρυθμού και κίνησης. Τι είναι αυτά τα ερεθίσματα;
Ας δούμε ένα παράδειγμα: Θηλασμός- όλα τα σ’ αγαπώ του κόσμου. “Δράση (για βρέφη 0-24 μηνών). Βάζουμε το μωράκι μας να ακούσει το πρώτο κομμάτι (θα το βρείτε με qr code στο βιβλίο). Είναι γραμμένο για τη διαδικασία του θηλασμού. Μπορούμε καθ’ όλη τη διάρκεια του θηλασμού να έχουμε τη μουσική να παίζει. Η άνετη στάση του σώματος είναι σημαντική για έναν αποτελεσματικό θηλασμό. Έτσι θα απολαύσουμε τη διαδικασία κι εμείς και το μωρό μας με τη συνοδεία μουσικής. […] Αλλά και για τη μητέρα η μουσική λειτουργεί θεραπευτικά, αφού ενισχύει την επίδραση και τις ευεργετικές ιδιότητες του θηλασμού. Η μουσική επικοινωνία της μητέρας με το βρέφος γίνεται μια αυτονόητη ανάγκη και των δύο, σαν να υπήρχε εκεί από την ημέρα της σύλληψης. Με την πάροδο του χρόνου το βρέφος εξοικειώνεται με τη συγκεκριμένη μελωδία, με αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται καλύτερα αλλά και να χορταίνει πιο εύκολα. Όταν πια κι εμείς θα έχουμε αποκωδικοποιήσει τη μελωδία, τότε θα μπορούμε να τη σιγοτραγουδάμε την ώρα του θηλασμού. Ένα ακόμα παιχνίδι που μπορούμε να εφαρμόσουμε κατά τη διαδικασία είναι να του λέμε “σ’ αγαπώ”. Το βρέφος ακούγοντας τη φωνή μας, νιώθει ασφάλεια και θαλπωρή. Ας μην ξεχνάμε πως κάθε πλάσμα γεννιέται έχοντας την ανάγκη να αγαπηθεί. Κι η αγάπη της μητέρας δημιουργεί τον πρώτο ασφαλή τόπο κάθε παιδιού…”
Στα 25 αυτά ερεθίσματα (μουσικές) θα βρούμε νανουρίσματα, θα βρούμε ξυπνήματα παίζοντας με χεράκια και ποδαράκια, κούνια μπέλα πάνω κάτω πίσω μπρος, κούκου…τζα εξασκώντας το βλέμμα και την παρατήρηση, παλαμάκια, ανοργάνωτους ήχους, το πρόσωπό μας καθρέφτης, μπουσουλήματα και περπατήματα και πολλά άλλα.
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου (Τα εργαλεία του γονιού στην καθημερινή σύνδεση), η συγγραφέας δημιουργεί έναν οδηγό δέκα εργαλείων (συμβουλών) με τα οποία δουλεύουμε τα 25 αυτά ερεθίσματα. Από τη δύναμη της φωνής και την αναπνοή, μέχρι τον ύπνο και την απόλαυση της γονεϊκής φροντίδας.
Είκοσι πέντε μουσικά παιχνίδια, μουσικές δραστηριότητες, απλές, απολύτως εφικτές για να χτίσετε τη σχέση σας με το παιδί σας. Το βιβλίο συνοδεύεται από 25 ορχηστρικά κομμάτια τα οποία λειτουργούν ως οδηγός στις προτεινόμενες δράσεις και θα τα βρείτε στην αρχή κάθε κεφαλαίου με ανάγνωση του κωδικού QR.
Ενδιαφέρον για μαμάδες παιδιών μέχρι 2,5-3 ετών (σίγουρα).
Αν έχεις χαθεί, μη ζητάς οδηγίες, ούτε να χρησιμοποιείς GPS, συνέχισε να οδηγείς γύρω γύρω για πάντα.
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ.
Αν σε δαγκώσει φίδι, κόψε το πόδι σου.
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ.
Αν πεις καμιά βλακεία, αντί να ζητάς συγγνώμη πες και μια δεύτερη.
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ.
Το ΒΕ Α ΜΑΝ ξεκίνησε ως λογαριασμός στο TikTok και στο Instagram, και το ομώνυμο podcast σαρώνει στις ΗΠΑ.
Τα βίντεό του, που γίνονται αμέσως viral, παρουσιάζουν έναν τύπο με κωμικές – και κάπως γελοίες – απόψεις για άντρες και τη νοοτροπία τους.
Όλες οι φάσεις της ζωής ενός «αρσενικού παλαιάς κοπής» περνούν μέσα από τις ατάκες, τις ιστορίες και τις συμβουλές που υπάρχουν στο βιβλίο (οι οποίες απευθύνονται και στις γυναίκες της ζωής του και βέβαια τις κάνουν να βάζουν τα γέλια).
Ένα βιβλίο – ύμνος στον «κάγκουρα» που βρίσκεται παντού γύρω μας, που διακωμωδεί με τον καλύτερο τρόπο την τοξική αρρενωπότητα, εκθειάζοντας (αλλά, ουσιαστικά, κοροϊδεύοντας) τα πιο μπρουτάλ παραδοσιακά πρότυπα της αντρίλας, με τις απόλυτες cult συμβουλές για το πώς…
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ
Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος
Πόσο κινδυνεύει η ανθρωπότητα να κάνει το τραγικό λάθος που θα την αφανίσει; Με την αναβίωση των μεγάλων συγκρούσεων που παρατηρείται τελευταία, ο κίνδυνος από την πυρηνική απειλή έρχεται όλο και πιο κοντά…
Ο Παντελής Οικονόμου, πυρηνικός φυσικός και πρώην ανώτερο στέλεχος του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του ΟΗΕ, μοιράζεται απόψεις που διαμόρφωσε κατά την πολυετή εκτέλεση των καθηκόντων του ως διεθνής επιθεωρητής για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Με αναφορές σε αξιόπιστα στοιχεία, αναλύει δύο κρίσιμα ζητήματα για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια: το δόγμα της πυρηνικής αποτροπής, το οποίο περιγράφει ως επικίνδυνο παραλογισμό και υποκρισία των πυρηνικών δυνάμεων, και το προνόμιο/καθήκον των ηγετών των πυρηνικών δυνάμεων να αποφασίζουν για το «πάτημα του κουμπιού». Αναφέρει με σαφήνεια τους λόγους που καθιστούν τους παγκόσμιους ηγέτες, κυρίως των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας, αντικειμενικά ανίκανους να παρακολουθήσουν πλέον, λόγω τεχνολογικής προόδου, τον έτσι και αλλιώς πολύπλοκο έλεγχο των πυρηνικών όπλων. Γι’ αυτό εισηγείται τον σταδιακό αφοπλισμό. Για να αποφευχθεί το τελευταίο λάθος.
Η σειρά «Προκλήσεις του Μέλλοντος» επιχειρεί να προτεραιοποιήσει και να αξιολογήσει τις κυριότερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν ο κόσμος και η Ελλάδα στο κοντινό και απώτερο μέλλον, προσφέροντας ολοκληρωμένες απαντήσεις στους αναγνώστες. O Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και αναπληρωτής καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, έχει αναλάβει τη διεύθυνση της σειράς.
Μανίνα Ζουμπουλάκη: «Όταν πέρασα τα 60 άρχισα να λέω ότι είμαι μεγάλη γυναίκα»
Η Μανίνα Ζουμπουλάκη παραχώρησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην Αθηναΐδα Νέγκα και την εκπομπή του Action 24, «Καλύτερα αργά». Η επιτυχημένη συγγραφέας μίλησε για το νέο της βιβλίο «Κακή Νοικοκυρά, Μέτρια Μαγείρισσα, Τουρίστρια Μάνα», ενώ έκανε και μια απολαυστική ανάλυση για τον χρόνο που περνά και τις αλλαγές που φέρνει στη ζωή της. Όπως είπε, έχει πάψει να φοράει πια εκκεντρικά σκουλαρίκια γιατί νιώθει ότι μεγάλωσε:
«Τα εκκεντρικά σκουλαρίκια είναι ωραία όταν είσαι φρέσκια φάτσα, νέα και μπορείς να τα υποστηρίξεις. Τώρα να φοράω δυο φράουλες στα αυτιά μου, ας πούμε, μεγάλη γυναίκα κάπως μου έκανε, δεν με εκφράζει πια. Από τότε που πέρασα τα 60 άρχισα να λέω ότι είμαι μεγάλη γυναίκα. Όταν ήμουν στην εφηβεία, με απασχολούσε η εφηβεία, στην μητρότητα έγραφα για την μητρότητα, σε κάθε φάση της ζωής μου και της ζωής των φιλενάδων μου, βρίσκω ένα τρόπο να το βγάλω προς τα έξω αυτό και να το κάνω story. Πρόσεξα ότι τα 60 είναι μια ηλικία, που αλλάζουν πολλά πράγματα και στο σώμα και στο μυαλό και στον τρόπο που σε βλέπουν οι άλλοι πιο πολύ. Εγώ μέσα μου αισθάνομαι 17, δεν αισθάνομαι κάτι άλλο. Αλλά κατεβαίνω το σοκ των ανθρώπων. Δηλαδή πάω να μιλήσω για μια δουλειά και όταν με βλέπουν καταλαβαίνω ότι περίμεναν να ειμαι όπως στη φωτογραφία μου στο Facebook που είμαι 40. Με αυτό προσπαθώ να κάνω πλάκα. Δεν θέλω να πάρω τον εαυτό μου στα σοβαρά επειδή μεγαλώνω».
Η συγγραφέας Μανίνα Ζουμπουλάκη αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του 18ου βιβλίου της: «Κακή νοικοκυρά μέτρια μαγείρισσα τουρίστρια μάνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.
«Βρέθηκα σε μια παρέα 12 γυναικών που γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, από τότε που τα παιδιά μας πηγαίνανε στο νηπιαγωγείο… και, ήταν εντυπωσιακό: από τις 12 αυτές μαμάδες, μόνον οι 2 ζούσαν ακόμα με τους μπαμπάδες των παιδιών τους.
Το έψαξα λίγο και μου φάνηκε ότι είναι trend, μόδα, μια νέα τάξη πραγμάτων στην οποία οι μαμάδες, μεγαλούτσικες όλες και με παιδιά σε διάφορες βαθμίδες της εφηβείας, μένουν μόνες για διάφορους λόγους. Οι μπαμπάδες την κοπανάνε, περνάνε κρίση μέσης ηλικίας, ή οι μαμάδες δεν τους αντέχουν πια, πάντως το πιο συνηθισμένο σχήμα σήμερα είναι η σόλο μαμά με ένα ή περισσότερα παιδιά, με βοήθεια από τον φευγάτο σύζυγο ή και χωρίς καμία βοήθεια από αυτόν. Έχω φίλη που χώρισε όταν ο γιος της ήταν 5-6 ετών, τώρα ο γιος της κοντεύει 40, και ο πρώην δεν έδωσε ποτέ δεκάρα τσακιστή για το παιδί του. Αλλά έχω και φίλη που μεγαλώνει την κόρη της με πλήρη συμμετοχή, οικονομική και πρακτική, του πρώην της. Όλα παίζουν. Εκτός από το παραδοσιακό σχήμα.
Το παραδοσιακό σχήμα, μαμά, μπαμπάς και ένα ή περισσότερα παιδιά, γίνεται όλο και πιο αραιό, όλο και πιο σπάνιο, όλο και λιγότερο παραδοσιακό.
Ίσως είναι για καλό, δεν το λέω με παράπονο γιατί όπως η ηρωίδα μου η Σόνια στην «Κακή νοικοκυρά», έτσι κι εγώ έχω τις αμφιβολίες μου για την σημασία της παραδοσιακής οικογένειας.
Άλλο στάνταρ φαινόμενο είναι να κατηγορείται ή μάλλον να ενοχοποιείται η γυναίκα, μητέρα και σύζυγος, για ό,τι στραβό συμβαίνει στην οικογένεια, ακόμα και για την αποχώρηση του συζύγου-πατέρα («Αν δεν φερόσουν έτσι, δεν θα είχα φύγει!» «Αν ήσουν καλύτερη νοικοκυρά, μαγείρισσα και μάνα, δεν θα είχαμε χωρίσει!» κλπ).
Η Σόνια ακούει ότι είναι «κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα και τουρίστρια μάνα» από τον Σταμάτη τον άντρα της όταν αυτός τα μαζεύει και φεύγει από το σπίτι. Η κόρη της η Στεφανία, 17, και ο γιος της ο Κίμωνας, 14, είναι στο σχολείο όταν γίνεται η σύρραξη κι ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις: η Στεφανία Πανελλαδικές, ο Κίμωνας για να περάσει από το Γυμνάσιο στο Λύκειο.
Τα παιδιά κατηγορούνε την Σόνια για το φευγιό του μπαμπά, όπως την κατηγορεί κι ο μπαμπάς. Η Σόνια…είναι 50 χρονών, ταχυδακτυλουργός, πρώην τσιρκολάνα, με λίγες δουλειές (κυρίως αρπαχτές σε παιδικά πάρτι) από τότε που πέρασε η μόδα του τσίρκου.
Εννοείται της βρίσκω λύσεις ή τις βρίσκει μόνη της η Σόνια. Εννοείται ψάχνει κι αυτή, όπως κι εγώ, τις αστείες, τις κωμικοτραγικές στιγμές σε κάθε κατάσταση. Η μία φίλη της είναι η Βέρα, που την κουβάλησα από παλιότερο μυθιστόρημά μου («Ευτυχία»). Ο δικηγόρος αδερφός του Σταμάτη είναι ο Νίκος, από άλλο μυθιστόρημα («Κάτι μου κρύβεις»). Ο τόπος είναι η Αθήνα, σήμερα – καλοκαίρι στους Αμπελόκηπους, τι πιο Αθηναϊκό.
Ο κύκλος της Σόνιας είναι στενός, τα χρήματά της είναι κουκιά μετρημένα: συνθήκες που ισχύουν για τις γυναίκες πενήντα χρονών με παιδιά στην εφηβεία. Ειδικά για τις χωρισμένες και μόνες γυναίκες.
Τέλος πάντων δεν είχα κάποιο στόχο όταν άρχισα να γράφω, αν και τα κίνητρά μου είναι πάντα φεμινιστικά, εκτός από καλλιτεχνικά.
Με σοκάρει το ότι στην Ελλάδα η γυναίκα ακόμα κρίνεται ως νοικοκυρά, μαγείρισσα και μάνα, το ότι πάντα μα πάντα κάποιος θα την βρει λειψή ως προς έναν από τους τρείς «βασικούς» (!) της ρόλους. Η γυναίκα μπορεί να είναι επιστημόνισα, σκηνοθέτιδα, διευθύντρια εταιρείας, τραπεζίτισα, πολιτικός, μπορεί να είναι μεγάλη και τρανή… αλλά αν το σπίτι της δεν αστράφτει, αν δεν φτιάχνει καταπληκτικό παστίτσιο κι αν τα παιδιά της δεν είναι διαμάντια, η γυναίκα απορρίπτεται, συνήθως με τρόπο πλάγιο, με τον τάχαμου αόριστο σεξισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Είμαι σίγουρη ότι θα αλλάξει αυτό, ότι η γενιά των παιδιών της Σόνιας (και των δικών μας) θα σταθεί στο ύψος της.
Ότι σε δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια, καμία γυναίκα δεν θα έχει αμφιβολίες για το αν είναι καλή νοικοκυρά, μαγείρισσα – πόσο μάλλον, για το αν είναι καλή μάνα.
Η Ελληνίδα μάνα είναι η καλύτερη στον πλανήτη, δεν γνώρισα ποτέ μου ούτε μισή κακή μάνα, και η Σόνια, η ηρωίδα μου, είναι μάνα-κουράγιο, μάνα-τζάμι, μάνα-αστέρι, είναι η γυναίκα που δεν το βάζει ποτέ κάτω, που αρνείται να παραδώσει τα όπλα, που αγωνίζεται για την επόμενη, καλύτερη μέρα. Όπως κάνουμε όλες μας, μάνες και μη. Κι ας μην μας το αναγνωρίζει κανένας – τουλάχιστον ας το αναγνωρίζουμε η μία στην άλλη».