“Δεν έχεις πιθανότητα καμία να μαντέψεις τι έγινε στο ταξίδι μας στην παραλία”.
Η εκ Μπαρμπάντος και Αγγλίας ορμώμενη Mariesa Dulak φέρνει έναν τίγρη για αρχή πριν γεμίσει όλο το τρένο με ευφάνταστα ζώα ενός ο μπαμπάς του εκστασιασμένου αγοριού δεν σηκώνει κεφάλι από το κινητό του.
Περί τίνος πρόκειται
Ένα παιδί, κρατώντας κουβαδάκι και φτιαράκι, επιβιβάζεται στο τρένο με τον μπαμπά του. Εκείνος ασχολείται με το κινητό του. Δίπλα από το παιδί έρχεται και κάθεται ένας τίγρης. Ο πατέρας σηκώνει το βλέμμα αλλά δεν παρατηρεί κάτι περίεργο. Λίγο μετά, εμφανίζονται μερικοί κροκόδειλοι. Και αργότερα τρεις ιπποπόταμοι που του πρόσφεραν γλυκά. Και μετά κάτι γουρουνάκι, με τα οποία άρχισε να παίζει χαρτιά. Και μετά από αυτά, δύο παγκ, ένα μικρό ποντίκι. Φτερνίσματα, φωνές και βρυχηθμοί, αναστάτωση, ένα πανδαιμόνιο κανονικό! Ο μπαμπάς χαμπάρι. Μέχρι που ο τίγρης του βουτάει και καταβροχθίζει το κινητό.
Από το 1968, το εμβληματικό Η τίγρη που ήρθε επίσκεψη (The Tiger Who Came to Tea), της αείμνηστης Τζούντιθ Κερ, έθεσε το πανέμορφο αυτό ζώο σε ηγετική θέση φαντασίας για το εικονογραφημένο βιβλίο. Η/Ο τίγρης αποτελεί μια απιθανότητα να βρεθεί σε ανθρώπινο περιβάλλον, έτσι η παρουσία της/του είναι αντιστερεοτυπική και εν τέλει συντριπτική για την ιστορία. Το 2016 γνωρίσαμε στην Ελλάδα το Μια τίγρη στον κήπο και τώρα είναι η σειρά για ένα τρένο.
Το There’s a Tiger on the Train της Mariesa Dulak του 2024 είναι μια περίπτωση επιστροφής της αρχετυπικής τίγρης της Κερ σε ρόλο θριάμβου της φαντασίας, με στίχο σε ρίμα και εμπλουτισμένη διάσταση, καθώς όλα συμβαίνουν ενώ ο πατέρας είναι άκρως απορροφημένος στο κινητό του, έχοντας αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα και από τον γιο του που οργιάζει δίπλα του με τη φαντασία του. Αυτή ακριβώς η τεχνολογική απορρόφηση των μεγάλων, ενώ τα παιδιά διψούν για περιπέτεια, για ερεθίσματα, για ζωή, για αλληλεπίδραση, είναι που προτάσσει η Dulak, χειριζόμενη με χιούμορ το μαγικορεαλιστικό υλικό της, τις ανατροπές της και τα οπτικά ελάχιστα που της προσφέρει η εκφραστική εικονογράφηση της Rebecca Cobb, η οποία αποτελεί μια ενισχυμένη αφήγηση από μόνη της.
Η απόδοση σε ομοιοκαταληξία είναι ένα δύσκολο εγχείρημα για το οποίο έχω ενστάσεις, γενικώς, αν θα έπρεπε να προτιμάται, καθώς στο πρωτότυπο μπορούν να αποδίδονται όλοι οι γλωσσικοί χρωματισμοί. Την απόδοση στα ελληνικά έκανε ο Μάνος Μπονάνος.
JEAN EMIKO Μτφρ. ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ ΒΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 2024 Σελ. 368, τιμή εκδότη €18.00
Στα τριάντα πέντε της η ζωή της Μίκα Σουζούκι είναι ένα χάος. Είναι πρόσφατα χωρισμένη και απολυμένη. Και τότε της τηλεφωνεί η Πένι – η κόρη που έδωσε για υιοθεσία πριν από δεκάξι χρόνια. Η Πένι θέλει να καλλιεργήσει μια σχέση με τη βιολογική της μητέρα, κι η Μίκα λαχταρά να γίνει μια γυναίκα για την οποία η κόρη της θα είναι περήφανη. Αντιμέτωπη με τις ανεπάρκειές της, η Μίκα λέει ένα λευκό ψέμα που μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια ψεύτικη ζωή, όπου η ίδια εμφανίζεται ώριμη, συγκροτημένη και επιτυχημένη.
Η ζωή της Μίκα μπορεί να είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά όλα όσα μοιράζεται με την περίεργη, ξεροκέφαλη Πένι είναι αληθινά: οι ελπίδες, τα όνειρα, τα ελαττώματά της, η ιαπωνική καταγωγή της. Μπορεί όμως η Μίκα να τα έχει πραγματικά όλα – τον έρωτα, την κόρη της, τη ζωή που πάντα ήθελε; Όχι αν δεν αντιμετωπίσει την αλήθεια για τον εαυτό της, την οικογένειά της και το παρελθόν της, και δεν απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: ποια είναι ακριβώς στην αληθινή ζωή;
Η αληθινή ζωή της Μίκα είναι ένα έξυπνο, αστείο και άκρως συγκινητικό μυθιστόρημα, το οποίο εξερευνά τις σχέσεις, τα μυστικά που κρατάμε μέσα μας και το τι σημαίνει να είσαι μητέρα. (Από τον εκδότη)
Ένα έξυπνο, αστείο και πολύ συγκινητικό μυθιστόρημα από τη συγγραφέα Emiko Jean
Από την Emiko Jean, τη συγγραφέα των νεανικών μυθιστορημάτων Tokyo Ever After και Tokyo Dreaming, που έγιναν best seller στους New York Times, έρχεται ένα έξυπνο, αστείο και πολύ συγκινητικό μυθιστόρημα για τη μητρότητα, τη ζωή, τη σχέση με τα παιδιά μας και την ίδια την αγάπη – πώς τη βρίσκουμε, πώς τη διατηρούμε και γιατί πάντα επιστρέφει σε μας.
Στα τριάντα πέντε της η ζωή της Μίκα Σουζούκι είναι ένα χάος. Είναι πρόσφατα χωρισμένη και απολυμένη. Και τότε της τηλεφωνεί η Πένι – η κόρη που έδωσε για υιοθεσία πριν από δεκάξι χρόνια. Η Πένι θέλει να καλλιεργήσει μια σχέση με τη βιολογική της μητέρα, κι η Μίκα λαχταρά να γίνει μια γυναίκα για την οποία η κόρη της θα είναι περήφανη. Αντιμέτωπη με τις ανεπάρκειές της, η Μίκα λέει ένα λευκό ψέμα που μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια ψεύτικη ζωή, όπου η ίδια εμφανίζεται ώριμη, συγκροτημένη και επιτυχημένη.
Η ζωή της Μίκα μπορεί να είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά όλα όσα μοιράζεται με την περίεργη, ξεροκέφαλη Πένι είναι αληθινά: οι ελπίδες, τα όνειρα, τα ελαττώματά της, η ιαπωνική καταγωγή της. Μπορεί όμως η Μίκα να τα έχει πραγματικά όλα ‒ τον έρωτα, την κόρη της, τη ζωή που πάντα ήθελε; Όχι αν δεν αντιμετωπίσει την αλήθεια για τον εαυτό της, την οικογένειά της και το παρελθόν της, και δεν απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: ποια είναι ακριβώς στην αληθινή ζωή;
Η αληθινή ζωή της Μίκα είναι ένα έξυπνο, αστείο και άκρως συγκινητικό μυθιστόρημα, το οποίο εξερευνά τις σχέσεις, τα μυστικά που κρατάμε μέσα μας και το τι σημαίνει να είσαι μητέρα.
Το μυθιστόρημα «Η αληθινή ζωή της Μίκα» της Emiko Jean (μτφρ. Βάσια Τζανάκαρη), κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέθηκε στις νεκρές και θα το πραγματοποιούσε, ακόμα κι αν έπρεπε να κολυμπήσει μέχρι την άκρη του ωκεανού για να το πετύχει!
Η σκέψη της χαμένης αδερφής της της έδωσε δύναμη να συνεχίσει να κολυμπάει. Σχεδόν τρία χιλιόμετρα πριν από το τέρμα, η Μαργαρίτα έκανε ένα μικρό διάλειμμα και βγάζοντας το κεφάλι της από το νερό ξεχώρισε τους ορεινούς όγκους της χερσονήσου. Όσο πλησίαζε στο τρίτο πόδι της Χαλκιδικής, διέκρινε δεκάδες μικρά φωτάκια, τα καντηλάκια που άναβαν οι Μοναχοί για τη νυχτερινή προσευχή τους, τα οποία έκαναν τις πλαγιές της Ερήμου του Άθω να μοιάζουν σαν απόκοσμοι πολυέλαιοι. Ίσια μπροστά, ξεχώρισε τον μεγάλο σταυρό πάνω στον βράχο και κατάλαβε πως είχε φτάσει στο Διαπόρτι. Ήταν εξουθενωμένη. Το σώμα της πόναγε και κάλυψε μισολιπόθυμη τα τελευταία μέτρα, όχι μόνο εξαιτίας της κούρασης, αλλά και από τη ζαλάδα που της προκάλεσε η κολύμβηση στα τυφλά για τόσες ώρες. Όλα έδειχναν ότι πλησίαζε στην ακτή, όταν το γόνατό της χτύπησε με δύναμη πάνω σε κάτι σκληρό και μυτερό.
«Ύφαλοι», έπνιξε ένα βογκητό πόνου, «πού ξεφύτρωσαν τόσα βράχια;»
Το google earth δεν έδειχνε τα υποθαλάσσια εμπόδια. Αντιλήφθηκε ότι η θάλασσα μπροστά από τη μικρή, λευκή βραχονησίδα με τον σταυρό ήταν γεμάτη βράχους. Με μεγάλη δυσκολία και με το γόνατό της να την πονάει αφόρητα παρέκαμψε τους ύφαλους, προσπαθώντας να μη χάσει την ευθεία προς τη μικρή παραλία. Μόλις τα πόδια της πάτησαν στον βραχώδη βυθό, αισθάνθηκε τα χείλια της πρησμένα από την πολύωρη έκθεση στην αλμύρα, αλλά θα το διόρθωνε αργότερα αυτό. Τώρα έπρεπε να εξαφανιστεί από τον γυμνό οφθαλμό οποιουδήποτε ζωντανού όντος, πριν την πρώτη ηλιαχτίδα. Δεν πίστευε ότι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν περιζήτητη από τους προσκυνητές, αλλά τα διερχόμενα ταχύπλοα και κυρίως τα drones των δεκάδων ιερο-vloggers θα την έκαναν τσακωτή χωρίς αμφιβολία. Βγήκε κουτσαίνοντας από τη θάλασσα και άρχισε να σκαρφαλώνει την απόκρημνη παραλία.
Ήταν εξουθενωμένη. Το σώμα της πόναγε και κάλυψε μισολιπόθυμη τα τελευταία μέτρα, όχι μόνο εξαιτίας της κούρασης, αλλά και από τη ζαλάδα που της προκάλεσε η κολύμβηση στα τυφλά για τόσες ώρες. Όλα έδειχναν ότι πλησίαζε στην ακτή, όταν το γόνατό της χτύπησε με δύναμη πάνω σε κάτι σκληρό και μυτερό.
Είχε απομνημονεύσει την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει στα σκοτεινά κατσάβραχα ανάμεσα στους σχοίνους, που πιο πολύ τους μύριζε παρά τους έβλεπε, μέχρι την ακατοίκητη Ιερά Καλύβη. Όχι ότι θα ανέβαινε με τα πόδια, αυτό παραήταν εύκολο για τη σιδηρά κυρία με το χτυπημένο γόνατο. Το τέρμα της διαδρομής της βρισκόταν στην κορυφή ενός γκρεμού χωρίς άλλη πρόσβαση από τη θάλασσα παρά μόνο από ένα χοντρό σκοινί με κόμπους, που χρησίμευε για να ανεβάζουν οικοδομικά υλικά. Δεν ονομάστηκε τυχαία η περιοχή Καρούλια. Αλλά δεν ήταν κανείς στην κορυφή για να τραβήξει τα σκοινιά στα καρούλια.
Έκρυψε τα βατραχοπέδιλά της πίσω από μία πυκνή συστάδα θάμνων και κάθισε να πάρει μιαν ανάσα πριν ξεκινήσει την αναρρίχηση. Τα ξυπόλυτα πόδια και οι δυνάμεις της δεν βοηθούσαν καθόλου. Καθώς ανέβαινε κόμπο κόμπο τον κάθετο βράχο, νόμιζε ότι τα χέρια της δεν την κρατάνε και θα γκρεμιστεί, αλλά με τα χίλια ζόρια έφτασε στον περίβολο της ακατοίκητης Σκήτης.
«Ακατοίκητη, αλλά σούπερ μοντέρνα», συμπέρανε καθώς βγήκε από το μονοπάτι και πάτησε στην περιποιημένη, πλακόστρωτη αυλή, που την ένιωσε ζεστή κάτω από τις φτέρνες της. Μπροστά στο οίκημα είδε δύο ξύλινες πέργκολες με χτιστά τραπέζια. Η θέα από τη βεράντα προς την απέναντι ακτή της Σιθωνίας και το Αιγαίο θα πρέπει να ήταν συγκλονιστική στο φως της μέρας. Στη σκεπή του διώροφου κτίσματος ασήμιζε παραδόξως ένας διπλός ηλιακός θερμοσίφωνας. «Πρέπει να παίρνουν συχνά το λουτρό τους οι ένοικοι», σκέφτηκε με μία δόση ειρωνείας. Στην πλαγιά υπήρχαν κι άλλα κελιά, και θα μπορούσαν να την πάρουν είδηση οι Μοναχοί που ξαγρυπνούσαν ολονυχτίς. Χωρίς να χρονοτριβήσει, η ψηλή, γεροδεμένη φιγούρα με τις φαρδιές πλάτες της κολυμβήτριας προχώρησε πίσω από το πετρόχτιστο οίκημα και βρήκε το μικρό εκκλησάκι. Ήταν πέτρινο, χαμηλό και μάλλον φρεσκοχτισμένο, αφού τα υλικά οικοδομής ήταν ακόμα διάσπαρτα στον γύρω χώρο. Σχεδόν η μισή σκεπή ήταν σκεπασμένη από πυκνά δέντρα, που έμοιαζαν να έχουν φυτρώσει στα κάθετα βράχια πάνω από το εκκλησάκι. Είχε δύο παράθυρα με κάγκελα και στη στέγη του υψωνόταν ένα μικρό καμπαναριό, με το σκοινί της καμπάνας να κρέμεται μέχρι το έδαφος. Η Μαργαρίτα παρέκαμψε ένα παρατημένο φτυάρι και κρατήθηκε από τη σιδερένια σκαλωσιά που ακουμπούσε στον τοίχο, για να πηδήξει πάνω από έναν σωρό πέτρες. Καθώς ο ουρανός άρχισε να χάνει το κατάμαυρο χρώμα του, γύρισε το κλειδί και έσπρωξε την ξύλινη πόρτα για να μπει στον ναό, κάνοντας τον σταυρό της. Στο ημίφως της μικρής εκκλησίας ένα καντήλι φώτιζε την εικόνα του Όσιου Σάββα, σημάδι πως κάποιος είχε περάσει πρόσφατα το κατώφλι αυτό. Οι τοίχοι ήταν ασβεστωμένοι, χωρίς αγιογραφίες, αλλά μια πρόχειρη σκαλωσιά, πάνω στην οποία ήταν ακουμπισμένα βαζάκια με χρώματα, πινέλα και σύνεργα ζωγραφικής, μαρτυρούσε ότι κάποιοι υποτακτικοί είχαν επιφορτιστεί με την αγιογράφηση. Η καθησυχαστική μοσχοβολιά του λιβανιού πλημμύριζε το μικρό εκκλησάκι και τη βοήθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα, ξεφυσώντας με ανακούφιση. Ένα ξύλινο παραπέτασμα χώριζε το Ιερό από τον υπόλοιπο χώρο και πάνω στο στασίδι υπήρχε ένα καφέ δέμα με ένα σημείωμα. Έφερε το χαρτί κοντά στο φως του καντηλιού και διάβασε:
«Με τις ευλογίες του πανοσιολογιότατου Ηγούμενου της Μονής Αγίου Παύλου, σας παραδίδουμε αυτά τα πολύτιμα κειμήλια από το σκευοφυλάκιο. Οι προσευχές μας και η ευλογία της Θεοτόκου είθε να είναι προστάτες στον δύσκολο δρόμο σας και ας δώσουν στον κόσμο τη σωτηρία που ίσως να φυλάσσεται σε αυτά».
Πολύ βαρύγδουπες ευχές για ένα κορίτσι που είχε να κολυμπήσει πέρα-δώθε μέσα στη νύχτα από την άλλη άκρη της Χαλκιδικής, παριστάνοντας τον λαθρέμπορο κειμηλίων του Αγίου Όρους. Ψηλάφησε το δέμα με τα δυο της χέρια και κατάλαβε ότι ήταν ένα μεγάλο, σκληρό κουτί. Το κούνησε δεξιά-αριστερά, αλλά τίποτε δεν σάλεψε μέσα του.
Ευτυχώς ο Πατήρ Αρσένιος, ο μυστικός μεταφορέας του παράνομου πακέτου και εγκέφαλος της επιχείρησης, είχε αφήσει μερικές προμήθειες για τη Μαργαρίτα. Μία κανάτα νερό, μία φρατζόλα ζυμωτό ψωμί, που μοσχοβόλησε μαχλέπι μόλις την έκοψε, ένα μικρό μπουκάλι τσίπουρο και ένα κουτί λουκούμια με γεύση τριαντάφυλλο. Το ξύλινο παγκάρι είχε πάνω του μερικά κεράκια και ένα μπουκάλι λάδι για τα καντήλια. Τα πρησμένα χείλια της με δυσκολία δέχτηκαν το ψωμί, αλλά με τα λουκούμια ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Για να δοκιμάσει το τσίπουρο, ούτε λόγος. Άλλο ήταν όμως το πρόβλημα: Το γόνατό της είχε αρχίσει να πρήζεται και δεν υπήρχε πάγος μέσα στο ξωκλήσι. Η Μαργαρίτα κατέβασε το φερμουάρ της αδιάβροχης τσέπης που είχε στη μέση της και έβγαλε το μικρό σακουλάκι με το αθλητικό της φαρμακείο, που την είχε σώσει αρκετές φορές. Κατάπιε δύο κάψουλες με ομοιοπαθητική άρνικα μαζί με ένα αναλγητικό-τούρμπο και ευχήθηκε να λειτουργήσει το κόλπο.
Μέσα από τον φεγγίτη την καλημέρισε μία ηλιαχτίδα, υπενθυμίζοντάς της τον χώρο που πολύ αυστηρά απαγορευόταν να βρίσκεται. Μια γυναίκα στο Περιβόλι της Παναγιάς…
Το ρολόι της έδειχνε 7:30 το πρωί. Τα ρολόγια του Όρους όμως έδειχναν σίγουρα άλλα αντί άλλων. Γιατί σε αυτή τη χώρα που βρισκόταν σήμερα κρυφά η Μαργαρίτα, είχαν ένα πολύ παράδοξο σύστημα μέτρησης του εικοσιτετράωρου. Κάθε Σάββατο βράδυ στη δύση του ήλιου, είτε αυτή ήταν στις 6:15 το απόγευμα είτε στις 9:48 το βράδυ, όλα τα ρολόγια του Άθω γυρίζουν τους δείκτες τους στα μεσάνυχτα. Η ρύθμιση αυτή κρατάει μία εβδομάδα και μετά αναπροσαρμόζεται, μέχρι να απορρυθμιστεί εντελώς το βιολογικό ρολόι των κατοίκων. Παρόλο που σεβόταν τους ωρολογιακούς κανονισμούς του Αγίου Όρους και την αγιότητα της Ιεράς Καλύβης, ήταν αναγκασμένη να βγάλει το wetsuit και να μείνει με το ολόσωμο μαγιό της. Βλασφημία, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Στον λαιμό της κρεμόταν σφιχτά δεμένο από ένα δερμάτινο κορδόνι ένα χάλκινο δάκρυ, το φυλαχτό της μητέρας της. Το χάιδεψε ασυναίσθητα, όπως έκανε πάντα όταν τη θυμόταν, όσο κοίταζε εξεταστικά τριγύρω. Βρήκε ένα διπλωμένο τραπεζομάντιλο, τυλίχτηκε σφιχτά και εξουθενωμένη ξάπλωσε στο κιλίμι δίπλα στο παγκάρι για να κοιμηθεί μέχρι να νυχτώσει. Καθώς την έπαιρνε ο ύπνος, άκουσε από μακριά τον κελαριστό ήχο μιας καμπάνας, που καλούσε τους Μοναχούς στη Λειτουργία.
Κάθε Σάββατο βράδυ στη δύση του ήλιου, είτε αυτή ήταν στις 6:15 το απόγευμα είτε στις 9:48 το βράδυ, όλα τα ρολόγια του Άθω γυρίζουν τους δείκτες τους στα μεσάνυχτα. Η ρύθμιση αυτή κρατάει μία εβδομάδα και μετά αναπροσαρμόζεται, μέχρι να απορρυθμιστεί εντελώς το βιολογικό ρολόι των κατοίκων.
Θα πρέπει να κοιμόταν κανένα δίωρο όταν άκουσε μέσα στον ύπνο της μακρινές ομιλίες. Μουσαφίρηδες; Μα πώς ήταν δυνατόν; Η συγκεκριμένη Καλύβη ήταν κάποιου μεγαλοδωρητή της Μονής, που είχε να την επισκεφτεί μήνες.
Οι φωνές πλησίαζαν: «Αλήθεια τώρα, μας έστειλαν στα γκρεμίδια για τον ηλιακό θερμοσίφωνα του κρεμανταλά, Ευλογημένε Πάτερ;» γκρίνιαξε ο ένας. Ακούστηκε η πόρτα της Καλύβης να ανοιγοκλείνει με θόρυβο και μετά ησυχία.
Η Μαργαρίτα έτριψε τα μάτια της, ανακάθισε στο πάτωμα και αφουγκράστηκε με προσοχή. Οι φωνές είχαν μάλλον μπει στο διπλανό οίκημα, ίσως κάτι να μαστόρευαν. Λογικά ήταν ασφαλής μέσα στο εκκλησάκι, συλλογίστηκε, προσπαθώντας να μην πανικοβληθεί. Δεν είχαν κανέναν λόγο να έρθουν από κει. Ασυναίσθητα εξέτασε με το βλέμμα της τον χώρο, ψάχνοντας ένα μέρος να κρυφτεί. Δεν υπήρχε όμως άλλη επίπλωση εκτός από την Αγία Τράπεζα και το παγκάρι. Για καλό και για κακό τύλιξε όλα της τα πράγματα μέσα στο τραπεζομάντιλο και χώθηκε πίσω από το παγκάρι, αφού το τράβηξε προς τον τοίχο. Αποφάσισε να περιμένει εκεί μέχρι να απομακρυνθούν οι φωνές.
Αλλά σε λίγο άκουσε την εξώπορτα της Καλύβης να τρίζει και ο Γκρινιάρης είπε στον Σκουντούφλη:
«Δεν πας να δεις αν καίει το καντηλάκι του Όσιου Σάββα μιας που κουβαληθήκαμε μέχρι εδώ;»
Η ξύλινη πόρτα του ναού άνοιξε και κάποιος μπήκε μέσα σέρνοντας βαριεστημένα τα παπούτσια του.
Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να δει τίποτε. Έτσι όπως ήταν στριμωγμένη στον μικρό χώρο πίσω από το παγκάρι, το πονεμένο της γόνατο διπλώθηκε και ο πόνος τη σούβλισε. Δάγκωσε το πάνω μέρος του καρπού της για να μη βογκήξει. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε ότι το παγκάρι κουνήθηκε. «Αυτό ήταν, θα με μπουζουριάσουνε νεγκλιζέ», σκέφτηκε, «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν». Όμως ο Μοναχός φάνηκε σαν να ήθελε να ισιώσει το έπιπλο. Δεν μπήκε στον κόπο να κοιτάξει πίσω από το παγκάρι, μόνο τίναξε λίγα ψίχουλα από πάνω του μουρμουρίζοντας «Μα καλά, οι ευλογημένοι…» και το αίμα της Μαργαρίτας πάγωσε.
«Πάμε», φώναξε ο Μοναχός στον συνάδελφό του την ώρα που ακούστηκε η πόρτα να κλείνει και να κλειδώνει. «Ξέφραγο αμπέλι τα ξωκλήσια μας πια», φάνηκε να κοντοστέκεται. «Θα αφήσω το κλειδί στο εικονοστάσι της Καλύβης, πες στον Πατέρα». «Πάμε γιατί θα μας φάει το λιοπύρι», απάντησε ο άλλος. Η Μαργαρίτα έμεινε ακίνητη.
«Είμαι κλειδωμένη στην Έρημο του Άθω», συνειδητοποίησε με τρόμο και τα κουρασμένα μέλη της μούδιασαν. Περίμενε λίγη ώρα ακόμα κρυμμένη, για να βεβαιωθεί ότι τα δύο παλικάρια απομακρύνθηκαν ανεπιστρεπτί, και ξεμύτισε τινάζοντας από το μαγιό της τη ζάχαρη των λουκουμιών που κρατούσε αγκαλιά. Πώς θα έβγαινε από το ξωκλήσι;
«Πόρτα;» Ήταν κλειδωμένη. «Παράθυρα;» Είχαν κάγκελα! Ένα escape room καταμεσής στο Άγιον Όρος… Καθόλου δεν της άρεσε αυτό το παιχνίδι που πήγε και μπλέχτηκε.
Έστρεψε το βλέμμα της τριγύρω ψάχνοντας να βρει λύση, αλλά η εξάντληση δεν άφηνε το μυαλό να σκεφτεί. Κάθισε απελπισμένη στο στασίδι και έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της. Κοίταξε τον φεγγίτη που δεν είχε κάγκελα! Αυτή ήταν η μόνη έξοδος διαφυγής. Μα το άνοιγμα ήταν τόσο μικρό που είχε σοβαρές αμφιβολίες αν χωρούσε να περάσει από μέσα του. Ήταν όμως τόσο εξουθενωμένη, που αποφάσισε να ξανακοιμηθεί μέχρι να νυχτώσει και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με καθαρό μυαλό και ξεκούραστο κορμί.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Μαργαρίτα ∆ελαβόγια έχει αναλάβει μια δύσκολη αποστολή: να μπει κρυφά στο Άγιο Όρος και να μεταφέρει κάποια σημαντικά κειμήλια σε ένα εργαστήριο αρχαιομετρίας στη Γερμανία. Ο σκοπός της είναι ιερός και καταλύει κάθε της φόβο. Όμως οι κίνδυνοι ελλοχεύουν και εκείνη βρίσκεται ξαφνικά στο στόχαστρο φιλόδοξων και αδίστακτων ανθρώπων που εξαπολύουν ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό εναντίον της, για να μπορέσουν να τη σταματήσουν. Ίντριγκες, συνωμοσίες, θανάσιμες πλεκτάνες, πάθη και προδοσίες συνθέτουν μια συναρπαστική ιστορία μυστηρίου και δράσης.
Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνονται σιγά-σιγά όλα τα στάδια μιας παγκόσμιας εκστρατείας που έχει ως σκοπό της να αποκρυπτογραφήσει το πολύτιμο φορτίο με κάθε μέσο και με κάθε κόστος. Φόνοι, έντονο σασπένς και κλιμακούμενη αγωνία θα οδηγήσουν σε ένα χάλκινο, φτερωτό δάκρυ που θα θεραπεύσει όλες τις πληγές και θα ενώσει με τρόπο αριστοτεχνικό τη μυθολογία με την επιστήμη, το παρελθόν με το παρόν, την αγάπη με τον πόνο της απώλειας και τη λύτρωση με τη δύναμη της πίστης.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ειρήνη Ευφραιμίδη γεννήθηκε στην Αθήνα, έχει πτυχίο Γερμανικής Φιλολογίας από το ΕΚΠΑ με άριστα και ∆ιδακτορικό στη Γερμανική Λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Εργάζεται σαν ∆ιευθύντρια Marketing σε Γερμανική εταιρία και μιλάει τρεις ξένες γλώσσες. Ήταν Πρωταθλήτρια Ελλάδος και μέλος της Εθνικής Ομάδας τοιχοσφαίρισης, ένα άθλημα που συνεχίζει φανατικά μέχρι σήμερα. Ασχολείται ενεργά με τη ζωγραφική με την επωνυμία CroCales και τον ποδηλατικό τουρισμό, καταγράφοντας τις ποδηλατικές της περιπέτειες στο www. ladyonabike.gr. Είναι παντρεμένη και έχει δύο ενήλικα παιδιά.
«Πέντε πραγματάκια σού είπα: Άνεμοι, καύσιμη ύλη, μείξη πεύκων με σπίτια, δόμηση αναρχική, αυθαίρετη. Με αποτέλεσμα, η πυρκαγιά, μέσα στη μια ώρα που έφυγε από κει με την ταχύτητα και το προθερμικό φορτίο […] Από πού προκύπτουν οι ευθύνες για ανωτέρους; Πώς προκύπτουν ευθύνες για ανωτέρους; […] Μετά, σ’ έσκισα εγώ, το ξέρεις; Σ’ έσκισα […] Η υπουργός αυτό μου είπε. “Κάλεσέ τον”, μου είπε, “και πες του το. Μη γράψει για ευθύνες ανωτέρων […]” Θα τα βάλεις εδώ. Μόλις δούμε ποιοι κατηγορηθούμε, θα βάλουμε τρεις δικηγόρους όπως κάναμε το 2000 […] Εγώ φιλικά σ’ τα λέω, γιατί σε ξέρω χρόνια. Και σ’ το είπα και χθες: μη με αναμείξεις πουθενά […] τελείως φιλικά, συμβουλευτικά, να σε σώσω. Βρες ένα δικό σου άνθρωπο. Τράβα γράψε δέκα πράγματα εκεί. Ακύρωσέ το, δώσ’ το, διώξ’ το από πάνω σου, το έχεις αργήσει», έτσι μιλούσε ο αρχηγός της Πυροσβεστικής στον υπεύθυνο πραγματογνώμονα που ερευνούσε τις ευθύνες των αρμοδίων στην πυρκαγιά στο Μάτι. Χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο που θυμίζει μαφία και τρομάζει τον απλό πολίτη, προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του κι όλους τους υπεύθυνους της δεύτερης χειρότερης τραγωδίας από φωτιά σε όλο τον κόσμο για τον εικοστό πρώτο αιώνα. Κι όταν οι απειλές δεν ήταν αρκετές, σαμποτάρισαν τη μοτοσικλέτα του πραγματογνώμονα, που θα μπορούσε να σκοτωθεί χωρίς να το καταλάβει.
Η Μαρίνα Καρύδα, που βρέθηκε στο επίκεντρο της φονικής πυρκαγιάς και κινδύνεψε να καεί και η ίδια μαζί με την κόρη της, θεώρησε χρέος της να καταγράψει όλες τις μαρτυρίες των διασωθέντων, τις κραυγές της αγωνίας τους, την απόγνωσή τους μπροστά στην παντελή έλλειψη βοήθειας από τον κρατικό μηχανισμό, την αγανάκτησή τους επειδή κανείς δεν τους σεβάστηκε ακόμα και στο δικαστήριο, όπου η πρόεδρος τους φώναζε: «Εδώ δεν ήρθατε για να βγάλετε ούτε τον πόνο σας ούτε την αγανάκτησή σας».
Θεώρησε καθήκον της να μιλήσει για την οργή που ένιωσε το βράδυ της πυρκαγιάς, όταν εκατοντάδες άνθρωποι πάλευαν για ώρες μέσα στη σκοτεινή θάλασσα και ο πρωθυπουργός με το επιτελείο του έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ενώ αργότερα προσπάθησαν με απίστευτο πείσμα να αποσείσουν τις ευθύνες τους κατηγορώντας τους ίδιους τους κατοίκους για τις τρομακτικές τους απώλειες. Με το βιβλίο της έδωσε φωνή σε απλούς πολίτες, που ελίχθηκαν εκείνο το μοιραίο απόγευμα «ανάμεσα σε καμένα οχήματα, πυρπολημένα σπίτια που κάπνιζαν ή σιγόκαιγαν ακόμα, πεσμένες κολόνες της ΔΕΗ που ακόμα σπινθήριζαν τα σύρματά τους, σπασμένα γυαλιά αυτοκινήτων και λιωμένα μέταλλα». Γιατί κάποιος έπρεπε να μιλήσει για την Αστυνομία και την Πυροσβεστική, που δεν είχαν ούτε έναν τραυματία, ούτε ένα καμένο όχημα, τη στιγμή που είχαν γίνει παρανάλωμα 1.000 αυτοκίνητα ιδιωτών, είχαν χαθεί 104 άνθρωποι κι είχαν τραυματιστεί άλλοι 200, ενώ από τα τηλεφωνικά κέντρα απαντούσαν στους απεγνωσμένους πολίτες λέγοντας: «Και τι θέλετε, να τραυματιστούν οι αστυνομικοί;».
Η κοινή γνώμη δεν θα ησυχάσει μέχρι να νιώσει ότι υπάρχει δικαιοσύνη.
Την κρίσιμη ώρα, στη διάρκεια της οποίας έγιναν όλα, υπήρχαν 13 εναέρια μέσα που μπορούσαν να προειδοποιήσουν τους κατοίκους και να εμποδίσουν την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Κι όταν νύχτωσε και οι άνθρωποι πνίγονταν κολυμπώντας για να ξεφύγουν, το Λιμενικό θα μπορούσε να τους βοηθήσει, όμως ο υπεύθυνος επιδεικνύοντας εγκληματική αμέλεια δεν έκανε την παραμικρή κίνηση για να έρθουν να σώσουν την κατάσταση – απλοί ναυτικοί έσπευσαν με τα καΐκια και τους Αιγύπτιους ψαράδες τους, που όλη τη νύχτα συνέλεγαν απελπισμένους ναυαγούς.
Η Μαρίνα Καρύδα υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις τους εγκαυματίες από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι οποίοι χρειάστηκαν χρόνια για να ξεπεράσουν το φοβερό σοκ, ενώ πολλοί δεν άντεξαν κι ένιωσαν ότι τα γεγονότα εκείνης της μέρας κατέστρεψαν οριστικά τη ζωή τους. «Πλέον εμείς ακούμε το 112, βλέπουμε την αστυνομία να εκκενώνει πόρτα-πόρτα και κλαίμε. Παρακολουθούμε πώς γίνονται οι εκκενώσεις και, κάθε φορά, ουρλιάζουμε μέσα μας: Γιατί;» λέει στον επίλογο του βιβλίου της. Επειδή για την τραγωδία στο Μάτι δεν φταίνε οι ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως εντέχνως διέρρευσε από επίσημες και ανεπίσημες πηγές, αλλά διότι οι υπεύθυνοι στάθηκαν άβουλοι, δειλοί μπροστά στην κρισιμότητα των καταστάσεων και η κοινή γνώμη δεν θα ησυχάσει μέχρι να νιώσει ότι υπάρχει δικαιοσύνη.
Τι έγινε πριν τη Μεγάλη Έκρηξη; Πόσο μεγάλο και πόσο «παλιό» είναι το Σύμπαν; Διαστέλλεται; Και τι υπάρχει πέρα από αυτό; Πώς γεννιέται ένα αστέρι και τι είναι οι μαύρες τρύπες; Πότε θα γίνει ο Ήλιος Κόκκινος Γίγαντας; Η Επιστήμη είναι σε καλό δρόμο για τη μελέτη της Ιστορίας του παρατηρήσιμου Σύμπαντος: από τη Μεγάλη Έκρηξη μέχρι τον σχηματισμό της Γης και όλων των Ειδών της. Ο Μάνος Σαριδάκης, κύριος ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, φέρνει κοντά μας με συνοπτικό και εύληπτο τρόπο τις εντυπωσιακές γνώσεις της Επιστήμης.
Τι έγινε πριν τη Μεγάλη Έκρηξη; Πόσο μεγάλο και πόσο «παλιό» είναι το Σύμπαν; Διαστέλλεται; Και τι υπάρχει πέρα από αυτό; Πώς γεννιέται ένα αστέρι και τι είναι οι μαύρες τρύπες; Πότε θα γίνει ο Ήλιος Κόκκινος Γίγαντας; Η Επιστήμη είναι σε καλό δρόμο για τη μελέτη της Ιστορίας του παρατηρήσιμου Σύμπαντος: από τη Μεγάλη Έκρηξη μέχρι τον σχηματισμό της Γης και όλων των Ειδών της. Ο Μάνος Σαριδάκης, κύριος ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, φέρνει κοντά μας με συνοπτικό και εύληπτο τρόπο τις εντυπωσιακές γνώσεις της Επιστήμης.
Ο Μάνος Σαριδάκης είναι Κύριος Ερευνητής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, με ερευνητικά αντικείμενα την Αστροσωματιδιακή Κοσμολογία και τις Θεωρίες Βαρύτητας. Είναι Διδάκτωρ Πυρηνικής Φυσικής του ΕΚΠΑ, και έχει εργαστεί ως μεταδιδακτορικός ερευνητής, Επίκουρος Καθηγητής και Επισκέπτης Καθηγητής στο ΕΜΠ, στη Γαλλία (Saclay και IAP), στις ΗΠΑ (Baylor U.), στη Χιλή (PUCV), και στη Λ.Δ. Κίνας (Tsing Hua και USTC). Έχει δημοσιεύσει περισσότερες από 280 ερευνητικές εργασίες σε διεθνή περιοδικά με κριτές, και έχει συγγράψει 5 βιβλία. Το ερευνητικό του έργο έχει εξαιρετική διεθνή αναγνώριση, ενώ βρίσκεται στις ανώτατες θέσεις της διεθνούς κατάταξης του Πανεπιστημίου του Stanford με το 1% των πιο επιδραστικών επιστημόνων παγκοσμίως.
Παρουσίαση του βιβλίου “Το Σύμπαν” του Μ. Σαριδάκη
Tο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και οι Εκδόσεις Παπαδόπουλος και σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Μάνου Σαριδάκη “ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ”. Την Τετάρτη 12 Ιουνίου στις 19:30 στον Κήπο των ιστορικών εγκαταστάσεων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (Λόφος Νυμφών, Θησείο)
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Μανώλης Πλειώνης, Πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Καθηγητής του τμήματος Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Νίκος Στεργιούλας, Καθηγητής του τμήματος Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Κώστας Γαβρόγλου, Καθηγητής του τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Εθνικόκαι Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο συγγραφέας του βιβλίου, Μάνος Σαριδάκης, Κύριος Ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
Συντονίζει η Δρ. Τίνα Νάντσου, Bloger Διάχυση της Επιστήμης, Σύμβουλος του Τμήματος Διάχυσης και Εκπαίδευσης του Perimeter Institute for Theoretical Physics του Καναδά.
Ένας στρατιώτης αφηγείται, Μικρά Ασία Αύγουστος 1922 ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 2024 Σελ. 192, τιμή εκδότη €12.98
Ένας στρατιώτης αφηγείται, Μικρά Ασία Αύγουστος 1922 ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 2024 Σελ. 192, τιμή εκδότη €12.98
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μοναδική και αξιομνημόνευτη εξιστόρηση της εμπειρίας της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Γραμμένο με αμεσότητα και γλαφυρότητα, χωρίς κανέναν σκοπό να εντυπωσιάσει (ο συγγραφέας δηλώνει εξαρχής ότι δεν είναι ήρωας), στις σελίδες του βλέπουμε την πείνα, τις κακουχίες, τα στρατηγικά λάθη, τις επίσημες ανακοινώσεις, την ατμόσφαιρα που επικρατούσε τότε, αλλά, κυρίως, το πώς ο ίδιος ο πρωταγωνιστής βίωσε εκείνη τη δραματική περίοδο, ως ένας απλός στρατιώτης που, παρά τα συναπαντήματά του με τον θάνατο, κατάφερε τελικά να σωθεί από τον εφιάλτη της καταστροφής και να επιστρέψει στην πατρίδα.
Το κείμενό του αποδίδει ανάγλυφα την ατμόσφαιρα των ημερών. Η αφήγησή του για τις μαρτυρικές μέρες της άτακτης υποχώρησης του ελληνικού στρατού από το Αφιόν Καραχισάρ κρατά ακόμα τη μυρωδιά από την καθημερινή επαφή με τον θάνατο, τις στερήσεις και τις ταλαιπωρίες. Με χαρακτηριστική αμεσότητα, η πένα του ξεδιπλώνει στο χαρτί τον φορτισμένο συναισθηματικό του κόσμο και συνθέτει τις μέρες και τις νύχτες αυτής της τρομερής περιόδου που παραμένει μέχρι σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου ελληνικού πεπρωμένου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)