“Αυτή είναι η ιστορία ενός ιππότη που πήγε να σώσει μία… Α, όχι! Νισάφι με τους ιππότες που πάνε να σώσουν τις πριγκίπισσες! Αυτό είναι ένα παλαιολιθικό κλισέ! Οι πριγκίπισσες μπορούν μια χαρά να σώσουν μόνες τους τον εαυτό τους! Ωραία λοιπόν, είναι η ιστορία ενός ιππότη που πήγε να σκοτώσει έναν κακό δράκο… Γιατί «κακό;» Κι αυτό είναι κάπως κλισέ, έτσι δεν είναι; Εντάξει λοιπόν, είναι η ιστορία ενός καουμπόι που… Μισό λεπτό, γιατί ο ήρωας πρέπει πάντα να είναι αγόρι; Ας γίνει αλλιώς, ας είναι κορίτσι. Οκέι! Είναι λοιπόν η ιστορία μιας μάγισσας που… Γιατί όταν υπάρχει ηρωίδα σε μια ιστορία πρέπει οπωσδήποτε να είναι ένα κορίτσι που πρέπει να σωθεί ή μια μάγισσα; Ωραία λοιπόν, είναι μια ιστορία για ένα κορίτσι-καουμπόι. Και γιατί είναι ντυμένη στα ροζ; Στα κορίτσια αρέσει το ροζ. Με τίποτα. Αυτό είναι άλλο ένα κλισέ”
Εστιάζοντας
Ένα από τα πλέον απολαυστικά, χιουμοριστικά και ταυτόχρονα βαθυστόχαστα βιβλία των τελευταίων ετών. Συντίθεται από έναν πνευματώδη διάλογο που υπογραμμίζεται με μαύρο και πορφυρό χρώμα και όχι με εισαγωγικά ή παύλες διαλόγου και εξελίσσεται σε έναν δυναμίτη ανάδειξης και κυνικής αμφισβήτησης μερικών από τα πλέον κραταιά στερεότυπα, με βάση εκκίνησης τις ιστορίες, τη λογοτεχνία για παιδιά και μεγαλύτερο κοινό. Μάγισσες, πριγκίπισσες και δράκοι ως πλέον πολυφορεμένοι ήρωες και ηρωίδες, έμφυλα στερεότυπα, χρώματα και άλλοι ιδεοληπτικοί αντικατοπτρισμοί, κοινωνικοί αυτοματισμοί που προωθούν παρωχημένες ή βολικές για τη φάμπρικα του καταναλωτισμού και του συντηρητισμού απόψεις αμφισβητούνται από μια εκ των δύο φωνών του διαλόγου, η οποία αποκαλύπτεται στο τέλος σε ποιον ανήκει, προσθέτοντας έναν ακόμα παράγοντα γοητείας στο βιβλίο.
Η προσπάθεια δόμησης μιας ιστορίας γίνεται ένα έξυπνο, χιουμοριστικό, αντιστερεοτυπικό παιχνίδι δημιουργικής γραφής η οποία εξελίσσεται σε ένα συντονισμένο ξεχαρβάλωμα και σάτιρα κυρίαρχων στερεοτύπων. Την ίδια ώρα όμως, καθώς ο διάλογος των δύο υποκειμένων-που δεν γνωρίζουμε μέχρι την τελευταία σελίδα ποιοι είναι- προχωρά, μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ίσως όχι ένα παιδί 4-5 ετών, αλλά λίγο μεγαλύτερο, την αμφισημία αυτής της επίθεσης, αφού αυτή αποκτά διττό χαρακτήρα, πυροβολώντας πλέον την απέναντι όχθη, εκείνη της σαρωτικής πολιτικής ορθότητας, η οποία στο όνομα των στεροτυπικών συνδηλώσεων νοθεύει τόσο πολύ τη δημιουργία, τη φαντασία και την ενέργεια της δημιουργικής γραφής που πια οδηγεί από έλλειψη έμπνευσης μέχρι άρνηση και εν τέλει ανέπνευστες επιλογές και κακογουστιά.
Οι διακλαδώσεις των νοημάτων που συνάγονται από αυτόν τον απολαυστικό διάλογο είναι πολυάριθμες. Ο φημισμένος και πολυβραβευμένος Ντάβιντε Κάλι βλέπει την στερεοτυπική ανοησία παράλληλα με την αρχιτεκτονική της εμμονικής αποκαθήλωσης κάθε ιδέα που εμπίπτει στο πεδίο του κλισέ, δημιουργώντας ένα βιβλίο που θα το χαρακτήριζα οδηγό πρωτότυπης και αντιστεροτυπικής ανάπτυξης εικονογραφημένης ιστορίας.
Η εικονογράφηση της Anna Aparicio Català δίνει ένταση με πολύχρωμη παλέτα, παιδικότητα, εκφραστικότητα, πληθωρικούς χαρακτήρες, ενδιαφέρουσες εικαστικές επιλογές και γεωμετρίες που υποστηρίζουν και προάγουν το άπλετο, πρωτότυπο χιούμορ του κειμένου, ενώ απαλλάσσει τις εικόνες της από το στιβαρό φιλοσοφικό υπόβαθρο της ιστορίας.
Απολαυστικός συνδυασμός.
Από τα βιβλία που θα έπρεπε οι εκδότες να πιστεύουν περισσότερο, να μεταφράζουν περισσότερο, να υποστηρίζουν επικοινωνιακά, εκτυπωτικά και με κάθε τρόπο περισσότερο.
Η γνωστή συγγραφέας μιλά για το πώς είναι να χαρακτηρίζεσαι «κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα, τουρίστρια μάνα» μέσω του νέου της βιβλίου.
Με αφορμή το νέο της βιβλίο με τίτλο «Κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα, τουρίστρια μάνα», η Μανίνα Ζουμπουλάκη μιλά στην εκπομπή «Ελένη» για τις γυναίκες του σήμερα που όσο ψηλά και αν φτάσουν κρίνονται πάντα και καλούνται να απολογηθούν για το αν είναι καλές μαγείρισσες, νοικοκυρές και μανές.
«Ο τίτλος ήρθες με αφορμή μία ατάκα που υπόθηκε σε μία γυναίκα. Η γυναίκα σήμερα κρίνεται ακόμα με βάση αυτά τα τρία πράγματά: Νοικοκυρά, μαγείρισσα και μάνα. Δεν είμαι τουρίστρια μάνα. Η Ελληνίδα μάνα είναι η καλύτερη μάνα στον κόσμο».
Μίλησε επίσης, για το ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα που πρέπει να αντιμετωπίσουν σε αυτή την ηλικία όπως π.χ. η σχέση με το σώμα τους και με το άλλο φύλο.
«Μετά τα 40, το σώμα αρχίζει και πάει κατά διαόλου, όμως τα πας καλύτερα με αυτό που βρίσκεται μπροστά σου».
Επίσης μιλά και για το πώς δέχτηκε και η ίδια απαράδεκτα, ειρωνικά σχόλια όταν έγινε μητέρα διδύμων στα 47 της όπως επίσης και για το πώς είναι να είσαι μητέρα εφήβων στα 63 της χρόνια.
«Όταν έμεινα έγκυος στα δίδυμα ήμουν 47 χρονών. Με ‘’έσωσε’’ η Ρίκα Βαγιάννη που μου πρότεινε να κάνουμε εκπομπή στην ΕΡΤ. Το πιο δύσκολο κομμάτι της μητρότητας ήταν ο μεγάλος μου γιος περνούσε εφηβεία και εγώ είχα δύο μωρά ενός έτους».
Πώς είναι άραγε να χαρακτηρίζεσαι «κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα, τουρίστρια μάνα», στα πενήντα-φεύγα σου, όταν ακόμα κι αν το θέλεις είναι πολύ αργά για να αλλάξεις εν κινήσει; Όταν η κόρη σου σού τη λέει γιατί είναι στο τέλος της εφηβείας (17), ο γιος σου σού τη λέει γιατί είναι στην αρχή της εφηβείας (14), ο άντρας σου, που σου έχει πει όλα τα παραπάνω σε παρατάει γιατί είσαι όλα τα παραπάνω, κι εσύ που δούλευες σε τσίρκο μέχρι προχθές μένεις σόλο αρκούδα να φέρνεις βόλτα τα παιδιά και τα καθημερινά της δράματα, το σπίτι και τη λάτρα του, τα πλυντήρια, τα μαγειρέματα, τα κουζινικά και τα εξωκουζινικά, φίλες, φίλους, (ψιλο)δουλειές και το ζοφερό “Club27”, που ασχολείται μόνο με καλλιτέχνες οι οποίοι έφυγαν από τη ζωή νέοι…
Ειλικρινά, αν δεν ήμουν η Σόνια, η εν λόγω πενήντα-φεύγα μητέρα των δύο εν λόγω παιδιών, άρτι χωρισμένη, πρώην καλλιτέχνιδα του τσίρκου και νυν ταχυδακτυλουργός, αν δεν είχα μια «ηλίθια» αίσθηση του χιούμορ και φίλες με αντίστοιχη αίσθηση του χιούμορ, δεν έχω ιδέα πώς θα απαντούσα σε αυτές της ερωτήσεις. Αλλά επειδή είμαι, ευτυχώς, η Σόνια, δηλαδή όλα τα παραπάνω, ίσως καταφέρω να βγάλω άκρη. Ίσως λύσω το μυστήριο του πώς έγινα «κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα, τουρίστρια μάνα» και ίσως γελάσω λίγο λύνοντάς το. Όσο μπορεί να γελάσει μια γυναίκα που είναι όλα τα παραπάνω και επιπλέον έχει την τάση να ξεχνάει της πρακτικές υποχρεώσεις της (αλήθεια, μαλακτικό πήρα;)
Μυθιστόρημα σε ενεστώτα χρόνο, από τη Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ…
ΝΑΙ έχω στην βιβλιοθήκη μου (σε περίοπτη θέση παρακαλώ) όλα τα βιβλία της Μανίνας Ζουμπουλάκη από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο.
ΝΑΙ τα έχω διαβάσει όλα (μερικά από αυτά με ενθουσίασαν τόσο πολύ που τα διάβασα και δυο φορές)
ΝΑΙ η έμπειρη πένα της πολύ απλά «τα σπάει»
ΝΑΙ η φαντασία της οργιάζει
ΝΑΙ η συγγραφέας δεν επαναλαμβάνεται, τα βιβλία της δεν είναι βαρετά το αντίθετο θα έλεγα:
είναι σύγχρονα, μιλάνε από μόνα τους, σε ταξιδεύουν, σε μαγεύουν και όλα είναι οκ.
Το τελευταίο της βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό είναι μια ευχάριστη έκπληξη και αυτό το γουστάρω πολύ.
Το διάβασα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Και γέλασα με την ψυχή μου αλλά και δάκρυσα εκεί που δεν το περίμενα. Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει κάθε ελληνίδα νοικοκυρά και μαγείρισσα και μάνα. Δεν το αφιερώνω στην μητέρα μου γιατί έχει πετύχει σε όλα αλλά το αφιερώνω σε όλες εκείνες τις ηρωίδες της ζωής που κυκλοφορούν ανάμεσά μας.
Μια μητέρα και σύζυγος, με δυο παιδιά στην εφηβεία, βλέπει έντρομη τον άντρα της να την παρατάει για ασήμαντη αφορμή. Και τώρα τι κάνουμε; Πώς διαχειριζόμαστε τα πρακτικά θέματα του σπιτιού; Πώς το λέμε στα παιδιά; Τι κάνουμε για να βγάλουμε χρήματα για τις ανάγκες τους; Η Μανίνα Ζουμπουλάκη στο νέο της μυθιστόρημα καταγράφει μια δύσκολη απόφαση, μια δύσκολη στιγμή, μια δύσκολη ζωή, μπολιάζοντάς τες όμως με αισιοδοξία και με μαθήματα «θάρρους».
Αρχικά νόμισα πως είναι γραμμένο με ένα μίγμα ελαφρότητας και ρεαλισμού που έχω συναντήσει σε πολλά μυθιστορήματα αντίστοιχης θεματολογίας. Νέα ακόμη γυναίκα εγκαταλείπεται από τον άντρα της, έχει δυο-τρεις φίλες που τη στηρίζουν, δυο παιδιά στην εφηβεία και τα πάντα αλλάζουν ή μάλλον γίνονται χειρότερα γιατί είναι νοικοκυρά, δεδομένη, ηρωίδα και τώρα καλείται να αντιμετωπίσει μια νέα τάξη πραγμάτων. Χαρακτήρες που έχω συναντήσει και αλλού, στρωτή αφήγηση με λίγο χιούμορ, φιλενάδες που αποτελούν το alter ego της πρωταγωνίστριας κι έχουν τα δικά τους προβλήματα, μια σχέση που είχε αρχίσει να φθίνει αλλά η Σόνια δεν το έβλεπε ή δεν ήθελε να το δει λόγω της ρουτίνας στην οποία τελμάτωσε κλπ. Να όμως που το ιδιαίτερο επαγγελματικό παρελθόν της πρωταγωνίστριας (ήταν ταχυδακτυλουργός σε τσίρκο) και παρόν (έχει ένα fun club με κεντρικό θέμα τους γνωστούς καλλιτέχνες, κυρίως τραγουδιστές, που πέθαναν ή αυτοκτόνησαν στα ή γύρω στα 27 τους χρόνια), οι ωραίοι διάλογοι, ένας μυστηριώδης «Αρκτούρος» που της στέλνει μήνυμα στο ίντερνετ ότι θέλει ν’ αυτοκτονήσει στην ηλικία των 27 οπότε αναρωτιέται αν θα τυπώσουν μπλουζάκια και με τη δική του φάτσα, η γρήγορη αφήγηση, η έξυπνη τοποθέτηση στο σήμερα σε μια εποχή τικτοκ και ξέφρενης εφηβείας για τα παιδιά, όλες αυτές οι μικρές θετικές ψηφίδες με κράτησαν ως το τέλος.
Η αφήγηση έχει διαρκή πρωθύστερα στα οποία η Σόνια ψάχνει τον εαυτό της, λεπτομέρειες που πολλές αναγνώστριες θα αναγνωρίσουν στη δική τους καθημερινότητα (πρακτικές, οικονομικές, ψυχολογικές, συναισθηματικές, πραγματολογικές), μια αύρα μυστηρίου κι έναν ρεαλισμό που φωτογραφίζει τη μέση νοικοκυρά, σύζυγο, μάνα, φίλη και επαγγελματία ενώ ταυτόχρονα η συναρπαστική ζωή του τσίρκου, που ήδη από τότε που παραιτήθηκε η Σόνια άρχιζε να γίνεται ντεμοντέ, όπως λέει η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η καθημερινότητα των ακροβατών, των κλόουν, των μάγων, οι σχέσεις μεταξύ τους, τα κουτσομπολιά και οι φήμες σε αυτόν τον κλειστό κύκλο, ο τρόπος ζωής τους, που όλα αυτά άλλαξαν όταν γνώρισε η Σόνια τον τώρα πρώην της «και διηγώντας τα να κλαις» αποτελούν πρωτότυπους θεματικούς άξονες και συμπληρώνουν σωστά την κεντρική ιδέα. Επίσης παρεμβάλλονται πληροφορίες για μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες που πέθαναν στα 27 τους (λίγο πριν, λίγο μετά) γιατί οι περιπτώσεις τους θυμίζουν κάτι στην αφηγήτρια ή αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή για εκείνη. Η Μανίνα Ζουμπουλάκη έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, με απρόσμενες εξελίξεις, πλοκή που ξεφεύγει από τις εύκολες λύσεις και τα κλισέ όπως διαπίστωσα από ένα σημείο και μετά (και μετάνιωσα για την αρχική μου γνώμη για το βιβλίο), ωραίες ανατροπές κι ολοκληρωμένους χαρακτήρες.
«Έχω βαρεθεί να μην ακούω ούτε ένα μπράβο για όλα όσα κάνω αλλά να ακούω επιπλήξεις για αυτά που δεν κάνω» (σελ. 203). Η ζωή της Σόνιας ξετυλίγεται γύρω από ένα πλυντήριο, μια ιδιόμορφη απασχόληση που δεν επιφέρει και πολλά κέρδη, μια ζωή που καταρρέει και κάνει ό,τι μπορεί για να τη συγκρατήσει και δυο παιδιά που πραγματικά ήθελα να τα μπουφλίσω, αδιαφορώντας για τη φαιδρή δικαιολογία ότι φταίνε οι ορμόνες της εφηβείας τους, μιας και η αγένεια, η αχαριστία και η τεμπελιά είναι ίδιον του χαρακτήρα και της προσωπικότητας και δεν ξεπετάγεται έτσι για λίγο εκείνη την περίοδο. Η Σόνια δεν είναι θύμα πάντως, δε δέχεται στωικά τα χαστούκια που της έρχονται (όχι όλα τουλάχιστον) κι αυτό ακριβώς μου άρεσε. Αντί για αφηγηματικές ευκολίες που θα φέρουν γέλιο κι ένα «ταπ, ταπ» συμπάθειας στον ώμο της ηρωίδας, έχουμε σκληρές και ρεαλιστικές προσπάθειες για κάτι καλύτερο, για μια πιο ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά, αληθινές δηλαδή και ανθρώπινες στιγμές που αντικατοπτρίζουν πρόσωπα που έχουμε σίγουρα γνωρίσει κι εμείς στη ζωή μας. Η Σόνια, που χρειάζεται μια υποστήριξη, ένα μπράβο, ειδικά τώρα που έφυγε ο άντρας της που δε χάνει στιγμή να της στέλνει θυμωμένα μηνύματα με στόχο να τη μειώσει, να την ταπεινώσει και να καταστρέψει την αυτοπεποίθησή της, συναντά διαρκώς γκρίνια από ανθρώπους που τα θέλουν όλα έτοιμα. Είπαμε, δεν κάνει φασαρία και δεν τσακώνεται με τα παιδιά της, όχι από αδιαφορία ή γιατί πιστεύει στην πειθαρχία αλλά γιατί παλεύει μέσα της να βρει ακριβώς αυτήν την καλύτερη ισορροπία που δε θα τα διώξει μακριά της, ειδικά εφόσον καιροφυλακτεί ο πρώην άντρας με αυτήν τη συμπεριφορά. Τελικά τι πρέπει να κάνει μια μάνα; Να αφήνει το παιδί της να ακολουθεί τα ίχνη του και να παρατάει ό,τι δεν το γεμίζει ή να προσπαθεί σκληρά να το φέρει εκεί που πρέπει, εκεί που αυτή θέλει και να το πειθαρχήσει; Μήπως και τα δύο αλλά σε μια προσεκτική ισορροπία; Η Σόνια αποφασίζει τελικά να πάρει τα πράγματα στα χέρια της, ίσως όμως με λάθος τρόπο κι αυτό οδηγεί σε νέες αναπάντεχες εξελίξεις.
Το μυθιστόρημα ρίχνει εξίσου το βάρος του σε όλα τα πρόσωπα, οπότε γνωρίζουμε και τις φίλες της Σόνιας, τον ομοφυλόφιλο με σύμφωνο συμβίωσης συνεργάτη που τυπώνει τα μπλουζάκια αλλά και την κολλητή που έχασαν ξαφνικά και άδικα πριν καιρό, μια απώλεια που ακόμη τις στοιχειώνει όλες. Μέσα σε όλα αυτά έχουμε και τον Αρκτούρο που σκέφτεται να αυτοκτονήσει και η πραγματική του ταυτότητα είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Επίσης, με αφορμή το ιδιάζον θέμα του fun club της Σόνιας, ξεδιπλώνονται σκέψεις γύρω από τον θάνατο και την απώλεια και παρέχονται πλήθος πληροφοριών για τους καλλιτέχνες που πέθαναν νέοι ή και μεγαλύτεροι. Αυτό αντιπαραβάλλεται με την απώλεια της νεκρής φίλης, αφού όταν πεθαίνουν οι σταρ εσύ δεν πενθείς γιατί δεν τους γνωρίζεις, από την άλλη όμως πώς αντιδράς όταν πεθαίνει ένα δικό σου άτομο; Επίσης περιγράφονται με ειλικρίνεια οι δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις και η ψεύτικη ευτυχία που τυλίγει πολλές οικογένειες: «Οι οικογένειες… σου φαίνονται αξιοζήλευτες μόνο επειδή τις βλέπεις από μακριά, από τα παράθυρα» (σελ. 155). Ακόμη και το τέλος δείχνει συγγραφική μαεστρία, μιας και δεν είναι το happy end που σα να έρχεται με το ζόρι για να κλείσει με γάμους ή άλλες χαρές την ιστορία αλλά θέτει καίρια και σωστά τις βάσεις για ένα αίσιο μέλλον των ηρώων. Όσο πλησιάζουμε στο τέλος αρχίζουν να υποχωρούν η ρουτίνα, η απελπισία, η μονοτονία και εμφανίζεται κάτι καλύτερο που θα ζήσουν οι ήρωες του βιβλίου όταν ο αναγνώστης τελειώσει το μυθιστόρημα. Δεν είναι ανοιχτό και δεκτικό σε ποικίλες ερμηνείες, κάτι που με ξενερώνει αφάνταστα όταν επιλέγεται, αλλά θέτει τις βάσεις εκείνες που ξέρεις πού θα οδηγήσουν τους ήρωες που αγάπησες μέσα από αυτές τις σελίδες.
Το »Κακή νοικοκυρά, μέτρια μαγείρισσα, τουρίστρια μάνα» είναι ένα ενδιαφέρον, διαφορετικό μυθιστόρημα, με ήρωες ανθρώπους της διπλανής πόρτας, καίρια προβλήματα που αντικατοπτρίζουν τους ρυθμούς και τις συνθήκες της σημερινής μας εποχής και αποφεύγει με επιδεξιότητα τα κλισέ και τις αναμενόμενες εξελίξεις. Συγκίνηση και γέλιο, όνειρα και προδοσίες, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, σεβασμός στον αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος είναι μερικά μόνο από τα θετικά γνωρίσματα ενός βιβλίου με απολαυστικά ξεχωριστό περιεχόμενο.
Το 2019, η Νεκταρία Αναστασιάδου κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Ζωγράφειο Αγώνα, λογοτεχνικό διαγωνισμό που θεσμοθετήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αιώνα. Το πρώτο της βιβλίο, Α Recipe for Daphne, γραμμένο στα αγγλικά, εκδόθηκε από τον οίκο American University in Cairo Press το 2021 και χαρακτηρίστηκε από την Washington Post ως «λαχταριστό ντεμπούτο, ίσως το πρώτο σύγχρονο αγγλόφωνο μυθιστόρημα που καταπιάνεται με τους Ρωμιούς της Πόλης». Η Ελίφ Σαφάκ, γράφοντας στους New York Times, το συμπεριέλαβε στη λίστα των αγαπημένων βιβλίων της για την Κωνσταντινούπολη. Το 2022, το βιβλίο προκρίθηκε στη βραχεία λίστα για το Runciman Award, έλαβε Εύφημη Μνεία στο Eric Hoffer Award και ήταν υποψήφιο για το Dublin Literary Award. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες και στον Τύπο διεθνώς. Το μυθιστόρημά της Στα πόδια της αιώνιας άνοιξης, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Πώς ξεκινά ο σχεδιασμός της συγγραφής ενός μυθιστορήματος;
Για μένα το ξεκίνημα είναι πάντα βασανιστικό. Έχω μια έμπνευση, είτε μια εικόνα, είτε μια φωνή, είτε το κομμάτι μιας ιστορίας. Κάθομαι να γράψω το πρώτο χειρόγραφο μέχρι το τέλος. Ο πρώτος χρόνος που γράφω ένα μυθιστόρημα είναι ο πιο δύσκολος. Ο δεύτερος δεν είναι και πολύ καλύτερος. Μόνο τον τρίτο χρόνο και μετά, όταν έχω τη σωστή φωνή και, πάνω απ’ όλα, τη σωστή δομή, ξεκινώ τη φάση που με αρέσει περισσότερο, την αναπτυξιακή επιμέλεια (developmental editing).
Τι σας έδωσε την ώθηση να γράψετε για την Κωνσταντινούπολη;
Γράφω για την Πόλη, επειδή είναι η μπελαλού αγάπη μου. Η πατρίδα μου και η εξορία μου. Το μέρος όπου είμαι και κάτοικος και ξένη, επειδή, αν και είμαι υπήκοος Τουρκίας, το όνομά μου είναι ελληνικό.
Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το μυθιστόρημα Στα πόδια της αιώνιας άνοιξης;
Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τη φιλία ανάμεσα στους αδέσμευτους ανθρώπους. Έχω αρκετές φίλες δυνατές και μοναχικές, κουκουβάγιες που λέμε. Κάποιες δεν παντρευτήκανε ποτές. Άλλες είναι χήρες. Άλλες χωρισμένες. Αντιμετωπίζουν τον κόσμο με χαρά, χιούμορ και θάρρος άσχετα από συνθήκες ρομαντικές, οικονομικές, πολιτικές ή οικογενειακές. Το βιβλίο μου είναι μια εκδήλωση αγάπης όχι μόνο στις γυναίκες αυτές, αλλά γενικά στους αδέσμευτους και ελεύθερους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.
Η Αθηνά είναι μια ασυμβίβαστη Πολίτισσα που κοσκινίζει το παρελθόν της. Συνηθίζουν να το κάνουν οι σημερινοί άνθρωποι; Τολμούν μερικές φορές να κάνουν αυτοκριτική;
Αν η Αθηνά ήταν πρόσωπο υπαρκτό, δεν είμαι σίγουρη αν θα τολμούσε να κάμει την (ούτε καν πολύ ελαφρά) αυτοκριτική που κάμνει στο βιβλίο. Μπορεί να μη ζητούσε ποτές συγγνώμη από τη Νίνα και έτσι θα τέλευε η φιλία τους. Αλλά θέλω να πιστεύω στην Αθηνά του βιβλίου και στη δύναμη της αλλαγής, η οποία είναι προϊόν αυτοκριτικής.
Γράφετε και για τα Σεπτεμβριανά. Γιατί θυμόμαστε εκείνα τα γεγονότα ακόμη και σήμερα;
Τα Σεπτεμβριανά είναι ένα τραύμα που δεν γιατρεύτηκε ποτές, επειδή τα θύματα δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να μιλήσουνε ανοιχτά για τους βιασμούς γυναικών, αντρών και παιδιών που γενήκανε εκείνη τη νύχτα. Τα σπασμένα να ξανασιάξανε, τα καμένα τα ξανακτίσανε, αλλά για τους βιασμούς σωπάσανε. Και ό,τι κρύβεται θεριεύει. Για τους βιασμούς και τα τραύματα των Σεπτεμβριανών έγραψα στο πρώτο μου μυθιστόρημα, A Recipe for Daphne, αλλά και στο μυθιστόρημα Στα πόδια της αιώνιας άνοιξης υπάρχουν αναφορές στα γεγονότα αυτά. Δεν γένεται να μην υπάρχουν, επειδή αφήσανε τα σημάδια τους απάνω στην αφηγήτρια, την Αθηνά.
Η Αθηνά θα συναντήσει μια παλιά αγάπη. Τι μπορεί να περιμένει από έναν παλιό εραστή;
Ο εραστής ο ίδιος στο βιβλίο λειτουργεί ως προορισμός για την Αθηνά, η οποία κάμνει ένα χρονικό ταξίδι με αναδρομές μέχρι τη συνάντησή τους. Ωστόσο, στη λογοτεχνία συνήθως τα ταξίδια είναι το σπουδαίο και όχι ο προορισμός.
Με γοητεύουν οι στιγμές όπου περιγράφετε την Πόλη και είναι οι αγαπημένες μου στο μυθιστόρημά σας. Γιατί ακόμη και σήμερα οι Έλληνες και οι Τούρκοι λατρεύουν την Πόλη;
Όχι μόνο οι Έλληνες και οι Τούρκοι, αλλά όλος ο κόσμος που έχει επισκεφτεί την Πόλη τη λατρεύει. Ίσως είναι η μοναδική θέση της απάνω στον Βόσπορο και στην Προποντίδα, οι εντυπωσιακοί λόφοι της, αλλά και το βυζαντινό και οθωμανικό άλας που νοστιμεύουνε τα πάντα. Και βέβαια τα βαπόρια· ποτές δεν πλήττω να περνώ τον Βόσπορο σε βαπόρι, όσες φορές και να το κάμνω.
Γράφω για την Πόλη, επειδή είναι η μπελαλού αγάπη μου. Η πατρίδα μου και η εξορία μου. Το μέρος όπου είμαι και κάτοικος και ξένη.
Κάθε πόλη γερνά και οι άνθρωποι αφήνουν τα ίχνη τους. Οι αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία πενήντα χρόνια κατά πόσο βοήθησαν την Πόλη;
Η Πόλη είναι υπερφορτωμένη με ανθρώπους. Η γη δεν αντέχει τόσους. Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα, ο υπερπληθυσμός, και όχι τα πολιτικά, όπως νομίζουνε πολλοί. Και όμως, δεν θέλω να είμαι μία λιγότερη. Βγαίνω από το σπίτι μου και λέγω «Δόξα τω Θεώ, ωραίος είναι ο μαχαλάς μου, ωραίος ο Βόσπορος, και παράδεισος το βαπόρι που πηαίνει όλη μέρα από τη μια πλευρά στην άλλη».
Πώς νιώσατε όταν σας βράβευσαν για το έργο σας;
Ο Ζωγράφειος Αγών είναι ένας λογοτεχνικός διαγωνισμός που θεσμοθετήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον δέκατο ένατο αιώνα. Τον κέρδισα το 2019. Στην κριτική επιτροπή ήταν ο Θανάσης Βαλτινός, η Κατρίν Βελισσάρη, η Κατερίνα Σχινά, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και άλλοι. Όταν έμαθα ότι έχω κερδίσει το πρώτο βραβείο, βγήκε από μέσα μου ένα μεγάλο «επιτέλους». Επίσης, ήταν σημάδι για μένα ότι πρέπει να συνεχίσω να γράφω στα πολίτικα.
Ποια μέρη θα μας προτείνατε να επισκεφτούμε, όταν ταξιδέψουμε στην Πόλη;
Προτείνω να πάτε στο Üç Yıldız, το οποίο εμφανίζεται ως το ζαχαροπλαστείο του Μουχαρρέμ και στα δυο μυθιστορήματά μου. Εκεί να πάρετε λοκούμια μαστίχας, μπαντέμ εζμεσί (αμυγδαλόπαστα) ή γλυκό τριαντάφυλλο. Να χαρείτε την ξύλινη μπουαζερί, τα γλυκά αρώματα, τις αριστοκρατικές βιτρίνες. Όπως λέει η αφηγήτρια του βιβλίου μου, η Αθηνά: «Σε όλη την Πόλη, μόνο το σπίτι μου και το κατάστημα του Μουχαρρέμ έχουνε μείνει ίδια».
Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Θα ήθελα να τους δώσω ένα γράμμα από την αφηγήτρια του μυθιστορήματος:
Αγαπητέ μου αναγνώστη,
Σήμερα μπορεί να είναι η πρώτη φορά που διαβάζεις Πολίτικα ελληνικά. Αν είσαι συμΠολίτης μου, Έλληνας του Βορρά, Αλεξανδρινός, Κύπριος, Σμυρνιός, Ίμβριος ή Τενεδιός, Πόντιος, ακόμα και νησιώτης, δεν φοβούμαι. Εμείς μεταξύ μας συνεννοούμαστε.
Αν είσαι όμως Αθηναίος ή Έλληνας του Νότου, υπάρχει περίπτωση να παραξενευτείς, διότι τα πιο πολλά βιβλία που έχουνε γραφτεί μέχρι τώρα για την Πόλη είναι στα δικά σας κεντρικά ελληνικά, στολισμένα με κομμάτι Πολίτικα· με άλλα λόγια, σαν παστίτσιο πασπαλισμένο με μοσχοκάρφι (που λέτε εσείς «γαρίφαλο»). Και όμως, μανίτσα μου, το παστίτσιο Πολίτικο φαγί δεν είναι όσο μοσχοκάρφι κι αν βάλεις.
Εγώ γράφω, μιλώ και μαγειρεύω όπως έμαθα από τον συγχωρεμένο μου πατέρα, τον Αβραάμ, αιωνία του η μνήμη.
Εντάξει, με λες, αλλά θα έχει αστερίσκους και σημειώσεις, έτσι; Ή τουλάχιστον ένα γλωσσάρι στο τέλος;
Όχι, μανίτσα μου. Λυπούμαι. Οι αστερίσκοι σκοτώνουνε τα μασάλια της Πόλης. Εγώ καλύτερα θα κάμω. Δεν θα ξεχάσω ούτε στιγμή τι ξεύρεις και τι δεν ξεύρεις και, αν με εμπιστευτείς να σε πάρω από το χέρι και να σε πάγω ταξίδι, υπόσχουμαι ότι θα διεις αρκετές πινακίδες, ώστε να μην χάσεις ποτές τον δρόμο σου. Και έτσι θα μπορέσεις να καθίσεις μαζί μας σαν φίλος ή συγγενής, όχι σαν τουρίστας που χώνεται μέσα στην εκκλησία, βγάζει μερικές φωτογραφίες και συνεχίζει το τουρ στο Πέρα χωρίς να έχει γνωρίσει ούτε έναν Ρωμιό.
Εμείς εδώ είμαστε, ό,τι και να λένε οι «ειδήσεις» σας. Αν θέλεις να μας γνωρίσεις, θα πρέπει να ανοίξεις τα αυτιά, τα μάτια, την καρδιά και το μυαλό σου. Διάβασε και άκουγε την Πόλη που σε μιλεί.
Είναι ένα από τα πιο γοητευτικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει εδώ και κάμποσο καιρό. Και το «κοντέρ» μου γράφει περίπου δύο βιβλία την εβδομάδα…
Δεν έχω επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη, όπου αποτελεί τον καμβά της ιστορίας της Αναστασιάδου, κι όμως μέσα απ’ τις σελίδες της σεργιάνισα στους δρόμους, τις γωνιές και τα προάστειά της. Μπήκα στα μαγαζιά, τα στέκια, τα μπακάλικα, τα ζαχαροπλαστεία, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία της, γεύτηκα τα καλούδια τους, βίωσα το μύθο του τόπου αλλά και την… Πολίτικη καθημερινότητα του σήμερα και τους χθες.
Και κατάλαβα την νοοτροπία του Έλληνα Κωνσταντινοπολίτη, το δέσιμο με την πόλη του, που στην ουσία είναι και η «πατρίδα» του…
Κι ακόμη πως αντιμετώπισε τον τραγικό «διωγμό» και τα «ζόρια» που ακολούθησαν αλλά και πως εν τέλει θωρεί ο ίδιος τον εαυτό του «πρωταγωνιστή» στο πολυεθνικό της χαρμάνι καθώς και πως αντιμετωπίζει τους «ξένους» με τους οποίους συμπορεύεται.
Μερικές χαρακτηριστικές στιγμές, σαν «κέρασμα»:
Η Πόλη μας αλλάζει, η ρέγουλα μας όχι.
Ξέρουμε όλοι από ψαλτική εδώ στην Πόλη και, όποτε θέλουμε, ψέλνουμε όλοι μαζί με το αναλόγιο.
Πάντα μπολμπολτζού ήμουνα εγώ. Που θα πει αν δεν περισσέψουνε, δε φτάσανε.
Όταν σωπαίνει η αγάπη, να ξεύρεις αλλού μιλεί.
Τα στόματα των ηλιθίων είναι καταστροφή, και τα χείλια τους είναι παγίδα.
Ψεύτικοι καταντάμε χωρίς ψυχή και παρελθόν…
Στην Πόλη κάθε απαρτμάν έχει το όνομά του σαν άνθρωπος…
Ακόμη και πεθαμένοι να είμαστε, η ψυχή μας την Πόλη γυρεύει…
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:
Αυτή είναι η ιστορία της Αθηνάς, μιας ασυμβίβαστης Πολίτισσας που κοσκινίζει το παρελθόν της, σερβίρει σπιρτόζικες συμβουλές και μαγειρεύει το μέλλον της. Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, έζησε τα Σεπτεμβριανά, κάμποσους αρραβώνες, τις απελάσεις του 1964 και ένα μάτσο χούντες. Τώρα είναι το 2016, η χρονιά που υποσχέθηκε, σαράντα χρόνια πριν, να συναντηθεί με τον Ραφαήλ, έναν παλιό εραστή από τον οποίο δεν έχει λάβει ποτέ νέα. Αναμένοντας το ραντεβού, η Αθηνά μπλέκεται σε δολοπλοκίες και καυγάδες, βάζει σε κίνδυνο όλες τις φιλίες της και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από κουρασμένες προκαταλήψεις. Ματιές στην ιστορική και σύγχρονη Πόλη πασπαλίζονται με στοχασμούς για το γέρασμα, τη μοναξιά, τον έρωτα, αλλά και την κουζίνα, σε μια λογοτεχνική εκδήλωση αγάπης προς τους ελεύθερους ανθρώπους όλου του κόσμου.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Το 2019, η Νεκταρία Αναστασιάδου κέρδισε το πρώτο βραβείο στον «Ζωγράφειο Αγώνα», λογοτεχνικό διαγωνισμό που θεσμοθετήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον 19ο αιώνα (Κριτική Επιτροπή: Κατρίν Βελισσάρη, τ. Διευθύντρια Εθνικού Κέντρου Βιβλίου· Θανάσης Βαλτινός, Πρόεδρος Ακαδημίας Αθηνών· Θέμης Πάνου, Ηθοποιός, Συγγραφέας· Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Συγγραφέας· Κατερίνα Σχινά, Δημοσιογράφος, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μεταφράστρια).
To 2023, συμμετείχε στο υψηλού κύρους International Writing Program στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα εκπροσωπώντας την Ελλάδα και την Τουρκία.
Το πρώτο της βιβλίο, Α Recipe for Daphne, γραμμένο στα αγγλικά, εκδόθηκε από τον American University in Cairo Press το 2021 και είναι το bestseller του οίκου. Χαρακτηρίστηκε από την Washington Post ως «ένα λαχταριστό ντεμπούτο, ίσως το πρώτο σύγχρονο αγγλόφωνο μυθιστόρημα που καταπιάνεται με τους Ρωμιούς της Πόλης». Η Elif Shafak, γράφοντας στους NewYork Times, συμπεριέλαβε το A Recipe for Daphne στη λίστα των αγαπημένων βιβλίων της για την Κωνσταντινούπολη. Το 2022, το βιβλίο προκρίθηκε στη Short List για το Runciman Award, έλαβε εύφημη μνεία στο Eric Hoffer Award, και ήταν επίσης υποψήφιο για το Dublin Literary Award. Το μεταφράζει η ίδια στα ελληνικά.
«Στα Πόδια της Αιώνιας Άνοιξης» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.
Η γραφή της Αναστασιάδου αποτέλεσε αντικείμενο σπουδής στο University of Iowa, Boğaziçi University, Bilkent University, και Boston College, και έχει επίσης παρουσιαστεί σε συνέδριο του Duke University. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες και στον τύπο διεθνώς, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού περιοδικού Χάρτης.
Πράγματι ο τρόπος της Αναστασιάδου είναι δεξιοτεχνικά απολαυστικός. Άμεσος μες την μεστή πολυπλοκότητά του. Ειδικά για όποιον θέλει να ακούει τα λόγια πίσω απ’ τα λόγια… Κεντράρει γερά την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών της, καδράρει μοναδικά το «πέρασμά» τους στο έργο. Σε ωθεί να σκάψεις στην ψυχή σου, στις αλήθειες, στα θέλω σου. Κατασταλάγματα ακριβά. Δεν θες να το αφήσεις απ’ τα χέρια σου. Κι όταν το τελειώνεις, χαίρεσαι για τ ακριβά που γεύτηκες αλλά και λυπάσαι.
Αλλά όπως όμως γράφει η Αναστασιάδου: Όταν μια γιορτή τελεύει, άλλη αρχεύει…
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, εκλαϊκευτικό βιβλίο-διάλογο του ψυχίατρου-ψυχαναλυτή Σάββα Σαββόπουλου με τον δημοσιογράφο Κώστα Γιαννακίδη. Οι δύο συνομιλητές μας πείθουν πως δεν αρκεί να καταλάβεις πώς δουλεύει ο μηχανισμός του εγκεφάλου, μα χρειάζεται να μάθεις το γιατί, ας πούμε λοιπόν πως το λογισμικό του εγκεφάλου ταυτίζεται περίπου με τη λεγόμενη ψυχή. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί με μεγάλη πλαστικότητα, είναι δηλαδή εύπλαστος. Η αλλαγή της ψυχικής κατάστασης μέσω της πετυχημένης, αποτελεσματικής ψυχοθεραπείας συνοδεύεται από αντίστοιχη αλλαγή στη λειτουργία του εγκεφάλου, του τρόπου νευρολογικής λειτουργίας του. Η πλαστικότητα του ψυχισμού εξαρτάται από τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, που συντελεί στην εγγραφή στο σύστημά του, νέων βιωμάτων. Κινητοποιούνται νέα νευρωνικά δίκτυα για να παρακαμφθεί η καθήλωση σε παλιά νευρωνικά δίκτυα συνδεδεμένα με προγενέστερες τραυματικές εμπειρίες και καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος ξεφεύγει από τον ψυχαναγκασμό της επανάληψης. Τα επόμενα θέματά των συζητητών είναι η σύσταση, η λειτουργία και οι φυσικοχημικές διαδικασίες του εγκεφάλου· η μνήμη, η άδηλη και η έκδηλη μνήμη. Η λήθη και η κατά Φρόιντ απώθηση. Τα τραύματα και ο ψυχαναγκασμός της επανάληψης των τραυμάτων. Το ένστικτο και τα συναισθήματα. Το ασυνείδητο επιδιώκει διαρκώς δύο πράγματα, την ασφάλεια για την ύπαρξή μας και την άντληση ευχαρίστησης στη ζωή μας. Το συμπέρασμα είναι πως είμαστε υποχείρια του ασυνείδητου, και η βούλησή μας είναι πιο αδύναμη από ό,τι νομίζουμε… Δεν υπάρχει ψυχή δίχως σώμα, στον αέρα, ή που να μπορεί να αναπαραχθεί μελλοντικά μέσα σε ένα κομπιούτερ, σε ένα μηχανικό και ψηφιακό περιβάλλον υπολογιστή που θα την διατηρεί έτσι αέναα.
Διαβάζοντας το βιβλίο του ψυχαναλυτή Σάββα Σαββόπουλου και του δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Κώστα Γιαννακίδη, μαθαίνουμε πόσο καθοριστική είναι η παιδική μας ηλικία και η σχέση μας με τη μητέρα. Ποια είναι η σωστή σχέση του γονέα με το παιδί του και πώς οφείλει να λειτουργεί η σχέση μαζί του. Ο πατέρας, παραδοσιακά, είναι αυτός που διαμορφώνει το περιβάλλον του και συμβάλλει στο να ανοιχτεί το παιδί στο κοινωνικό σύνολο και στην αυτονόμησή του. Κατόπιν, ο ψυχίατρος εξετάζει το ποιος είναι ο ρόλος της μητέρας, που ποθεί τον άντρα της. Οφείλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να βρουν τον δικό τους δρόμο, να πραγματώσουν τις δικές τους προσδοκίες και όνειρα και όχι τα σημερινά δικά μας ή αυτά που είχαμε μικροί εμείς. Είμαστε μια σωματική-ψυχική οντότητα με πολλές επιρροές από τους προγόνους μας. Όταν το ζευγάρι κάνει σεξ. στο κρεβάτι υπάρχουν και συμμετέχουν εμμέσως και οι πρόγονοί του.
Οι γονείς πρέπει να μιλήσουν στο παιδί για τη σεξουαλικότητα και το σεξ, να του κάνουν μια στοιχειώδη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, πιθανά μέσω παιδικών βιβλίων με εικόνες, όταν το ίδιο το παιδί αρχίζει να θέτει σχετικά ερωτήματα και να δείχνει ενδιαφέρον για τα γενετήσια και σεξουαλικά θέματα. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του μικρού παιδιού το βοηθά να ενταχτεί στην τριαδική σχέση γονέων και παιδιού. Είναι καλό να μας βλέπουν τα παιδιά στο σπίτι γυμνούς; Να μας βλέπουν να κλαίμε αδύναμοι; Ο Σαββόπουλος απαντά όχι και επεξηγεί τα όχι του.
Τα σόσιαλ μίντια διευκολύνουν την ψευδαίσθηση της επιβεβαίωσης της αυτοπεποίθησης και της ενίσχυσης του ναρκισσισμού στον άνθρωπο και ειδικότερα τον νέο. Οι έφηβοι υιοθετούν, αρκετές φορές, παραβατικές συμπεριφορές, την καταφυγή στις ψυχοτροπικές ουσίες και τα ναρκωτικά εξαιτίας πρώιμων ναρκισσιστικών ελλειμμάτων και για να αντιμετωπίσουν το άγχος, την κατάθλιψη και τη μοναξιά. Τα ναρκωτικά λειτουργούν τότε ως συγκολλητικό που διευκολύνει την ένταξη του έφηβου σε ορισμένες προϋπάρχουσες ομάδες.
Ενηλικίωση είναι η οικονομική ανεξαρτησία, η επιλογή και άσκηση επαγγέλματος, η διασφάλιση της σεξουαλικής ικανοποίησης, η διαχείριση των τραυματικών εμπειριών, η δημιουργία κοινωνικών σχέσεων και η εμπέδωση της ελεύθερης σκέψης. Μα σε μια ναρκισσιστική κοινωνία γεμάτη ανισότητες και αδικίες, χωρίς ίσες ευκαιρίες, χωρίς ίδια δικαιοσύνη για όλους και διασφάλιση αλληλεγγύης προς τους πάσχοντες φτωχούς, σε μια κοινωνία που επικρατεί ο ναρκισσισμός, η μειωμένη αληθινή κι άμεση επικοινωνία εξαιτίας του ψυχρού μέσου ίντερνετ, όπου κυριαρχεί η επίπλαστη, επιφανειακή διάκριση κι επιβεβαίωση μέσω των social media και των likes, η μοναξιά καραδοκεί και μάλλον επικρατεί και τα προηγουμένως αναφερόμενα επιτεύγματα του ενηλικιωμένου έφηβου είναι δυσπρόσιτα κι ανήκουν μερικώς στους προνομιούχους.
Κατόπιν οι δυο συνομιλητές θίγουν το ζήτημα, το πρόβλημα των γηρατειών. Ο ψυχαναλυτής μάς εκθέτει το πώς γερνάμε καλά. Γερνάμε όπως έχουμε ζήσει… Μιλά για την αρρώστια και το πώς αντιμετωπίζεται ψυχολογικά. Η αίσθηση νέκρας είναι η κόλαση του ασθενούς και του ψυχασθενούς. Ο Σάββας Σαββόπουλος σχολιάζει το άγχος του θανάτου. Στο ασυνείδητο του ανθρώπου δεν υπάρχει η αναπαράσταση του θανάτου του, στον ψυχισμό μας υπάρχει μόνο η αναπαράσταση του θανάτου του άλλου. Ξέρουμε πως ο θάνατος είναι αναπότρεπτα η κατάληξη της ζωής κι αυτό είναι μια σκληρή και δυσκολοχώνευτη αλήθεια για όλους, ακόμη και τους θρήσκους και πιστούς. Αν θέλουμε να παραμείνουμε στη ζωή πρέπει να κάνουμε την εργασία του πένθους για κάθε σημαντική απώλειά μας και να αποδεχτούμε την πικρή πραγματικότητα. Η οδύνη της απώλειας είναι συχνά βαριά. Η απώλεια ή η απομάκρυνση ενός αγαπημένου προσώπου ή μιας θετικής κατάστασης βιώνεται ως απώλεια ενός κομματιού του εαυτού μας, ως ένα ναρκισσιστικό τραύμα και μια βαθιά πληγή, ως ένας ακρωτηριασμός, γιατί ο άνθρωπος που έφυγε από τη ζωή μας, όχι κατ’ ανάγκη πεθαίνοντας, έχει επενδυθεί σαν ένα κομμάτι του εαυτού μας. Χρειάζεται η αναγνώριση και ύστερα η αποδοχή της πραγματικότητας, η αποεπένδυση της λίμπιντο και της αγάπης από αυτό το αντικείμενό της και η επανάκτηση αυτής της λίμπιντο.
Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο απονευρώνεται ο θάνατος από τον πόνο και τις δραματικές εκδηλώσεις του πένθους. Ο Μποντριγιάρ τον αποκαλεί απέλαση των νεκρών. Μερικές φορές η σχέση με ένα κατοικίδιο ζώο και η απώλειά του λειτουργούν εντονότατα, σαν ανθρώπινη σχέση και σαν υποκατάστατο του ανθρώπου.
Ο Σάββας Σαββόπουλος φέρνει το παράδειγμα, σχετικά με τις κρίσεις πανικού, ενός ψυχαναλυόμενου που δεν είχε εσωτερικεύσει αρκούντως τη μητέρα του ώστε να μπορεί να αισθάνεται ασφαλής χωρίς την αντικειμενική, εξωτερική παρουσία της. Στην κρίση πανικού το Εγώ απειλείται. Ο Σαββόπουλος αναφέρεται στο ότι αρκετοί άνθρωποι αναλαμβάνουν δυστυχώς μόνοι τους την αυτοθεραπεία τους και παίρνουν μόνοι τους πολλά αγχολυτικά που προκαλούν εθισμό, ενώ η σωστή διαδικασία είναι να απευθυνθούν σε έναν ειδικό της ψυχικής υγείας, ώστε να τους δώσει τα φάρμακα που ενδείκνυνται.
Η συζήτηση των δύο συνομιλητών περιστρέφεται, μετά, γύρω από τη μετάβαση του συμπτώματος από το ψυχικό επίπεδο στο σωματικό. Ορισμένα ψυχικά προβλήματα προκαλούν σωματικά προβλήματα. Γι’ αυτό λέμε συχνά μην τα κρατάς μέσα σου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντάσεις που δεν μπορούν να εκφραστούν και να εκφορτιστούν ψυχικά, ενδέχεται να εκφορτιστούν με μη ψυχικά μέσα και ανοίγει έτσι ο δρόμος ώστε το άτομο να απαντήσει στις διεγέρσεις και τα ερεθίσματα που δεν μπορεί να διαχειριστεί αλλιώς, με το σώμα του, με σωματοποίηση. Συναντάμε και τη στάση σκάσε και κολύμπα, όπου εγκαθίσταται ένα φράγμα ανάμεσα στα τραύματα που έχουν καταστεί ασυνείδητα και τη συνείδηση, ένα μέρος του Εγώ. Ο ψυχισμός αδυνατώντας να σκεφτεί και να εκφραστεί, θα καταφύγει στο ίδιο το σώμα και στη σωματοποίηση της ασθένειας.
Η ψυχή προσπαθεί να σβήσει τα ίχνη των τραυμάτων. Κι επειδή συχνά η ψυχή δεν μπορεί να μιλήσει, φωνάζει το σώμα. Η ψυχοσωματική ιατρική κι η ψυχιατρική λένε πως όσα επίφοβα δεδομένα απαρνιόμαστε στην ψυχή μας, δύνανται να επιστρέψουν και να προσβάλλουν το σώμα μας. Όταν το άτομο έχει χάσει την ικανότητα να επεξεργάζεται ψυχικά τα τραύματά του και τις μεγάλες ψυχικές εντάσεις από μεγάλες διεγέρσεις, προκαλείται μια έντονη ψυχική αποδιοργάνωση, που μερικές φορές οδηγεί σε χρόνιες και εξελικτικές ασθένειες, αυτοάνοσα και καρκίνο. Μερικές φορές η ασθένεια κι ο πόνος επιτρέπουν στον άνθρωπο να επενδύσει στο σώμα και στον ψυχισμό του, που όντας εξαντλημένος ψυχικά και ενεργειακά, τα είχε παραμελήσει και παρατήσει. Το να νοιαστείς το σώμα σου όταν είναι άρρωστο σημαίνει πως το αγαπάς και το επενδύεις με λίμπιντο. Το μετατραυματικό στρες εμφανίζεται μετά από σοβαρό σωματικό ή ψυχικό τραυματισμό. Για τον άνθρωπο που βιώνει προβλήματα ψυχικής υγείας είναι προτιμότερο το άγχος και ο πόνος παρά το κενό και η νέκρα, που το βιώνει σαν κόλαση.
Η ενοχή, φυσιολογική ή παθολογική, το αίσθημα της ασυνείδητης ενοχής, κατά τον Φρόιντ, υπάρχει στα πλαίσια του οιδιπόδειου συμπλέγματος και του συμπλέγματος του ευνουχισμού. Το άτομο δεν συνειδητοποιεί πως είναι ένοχο, μα ζει σαν να είναι ένοχο και επιθυμεί να τιμωρηθεί και να αρρωστήσει. Ο Γουίνικοτ κι η Μέλανι Κλάιν θεωρούν πως υπάρχει και πρώιμη ενοχή που οφείλεται στην αμφίθυμη σχέση του βρέφους προς το αντικείμενό του – στήθος, μητέρα – που θέλει ταυτόχρονα να το διατηρήσει και να το καταστρέψει, που το αγαπά και ταυτόχρονα το μισεί. Έχει μεγάλη σημασία το αντικείμενο μητέρα να αντέξει την εξάρτηση και την επίθεση του μωρού και να του προσφέρει σταθερό περιβάλλον. Έτσι το βρέφος, ταυτιζόμενο με τούτο το ανθεκτικό αντικείμενο, θα συγκρατήσει και θα ελέγξει τις ορμές του προς αυτό και θα επεξεργαστεί την ενοχή του για τις καταστρεπτικές επιθέσεις του προς το αντικείμενο της αγάπης κι επιθυμίας του.
Και σχετικά με τη συγχώρεση, συγχωρούμε καλύτερα τον άλλον όσο περισσότερο γνωρίζουμε και συγχωρούμε τον εαυτό μας. Έτσι η συγχώρεση λειτουργεί ως υπαρξιακή επιλογή και όχι ως ηθική επιταγή.
Κώστας Γιαννακίδης – Σάββας Σαββόπουλος
Ένα άτομο είναι υγιές όταν προσαρμόζεται ενεργά στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Η υγεία χαρακτηρίζεται από την επαρκή προσαρμογή στις αλλαγές του περιβάλλοντος και η αρρώστια από τη δύσκολη ή και αδύνατη προσαρμογή στις αντίξοες συνθήκες. Και οι δυο καταστάσεις διέπονται από μία κανονικότητα. Εάν αντιμετωπιστούν έγκαιρα οι παθολογικές εκδηλώσεις, ο άνθρωπος μπορεί να ξαναβρεί τη συνηθισμένη σταθερή οργάνωση του ψυχισμού του, που γι’ αυτόν και το περιβάλλον του θεωρείται η κανονική και φυσιολογική. Μερικές φορές οι άνθρωποι ενδύονται μια ψεύτικη φυσιολογικότητα. Από άμυνα σε μια κατάθλιψη παίζουν τον φυσιολογικό, μα στο στενό περιβάλλον τους εκδηλώνουν μια ιδιωτική τρέλα με παθολογική επιθετική ή υπερσεξουαλική συμπεριφορά. Ο ψυχοθεραπευτής οφείλει να αναζητά την ψυχική οργάνωση του ατόμου. Ένα νευρωτικό σύμπτωμα μπορεί τελικά να αποτελεί κομμάτι μιας ψύχωσης και τούμπαλιν. Ο ψυχίατρος πρέπει να προσέξει πριν βάλει μια ετικέτα στον ασθενή, που θα καθορίσει την υπόλοιπη ζωή του…
Στη νεύρωση δεν διαταράσσεται η σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Η νεύρωση είναι μια ψυχική οργάνωση στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το άγχος και τις ενδοψυχικές συγκρούσεις. Οι νευρώσεις είναι ψυχικές διαταραχές που σχηματίζονται για να αντιμετωπιστούν οι ενορμητικές οιδιπόδειες , σεξουαλικές και επιθετικές επιθυμίες. Στη νεύρωση επικρατεί το άγχος ευνουχισμού.
Πολλοί άνθρωποι κινούνται και ζουν στο φάσμα των οριακών, μεταιχμιακών περιπτώσεων μεταξύ νεύρωσης και ψύχωσης. Οι μεταιχμιακές περιπτώσεις στοιχειώνονται από δύο συνδεδεμένα είδη άγχους, το άγχος του αποχωρισμού όταν φοβόμαστε πως θα εγκαταλειφθούμε από το αγαπημένο άτομο, τη μητέρα ή το υποκατάστατό της. Και το άγχος της απειλητικής, αυθαίρετης παρείσφρησης αυτού του αγαπητού ατόμου στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο μας.
Υπάρχουν κι οι λεγόμενες ψευδονευρώσεις· μία είναι η αγχώδης νεύρωση, όταν το Εγώ λόγω τραυμάτων αδυνατεί να διαχειριστεί την πλημμύρα των ορμών, που μετατρέπονται σε άγχος. Η λίμπιντο δεν βρίσκει πεδίο έκφρασης κι ικανοποίησης, υποβαθμίζεται και μετατρέπεται σε άγχος. Συναντάμε επιπλέον τις ενεστώσες νευρώσεις – διαφορετικές από τις κλασικές νευρώσεις,- αγχώδη νεύρωση, υποχονδρία, χρόνια κόπωση.
Συναντούμε και τις νευρώσεις του χαρακτήρα, όπως την κλεπτομανία, που συχνά προκύπτει λόγω ελλείμματος συναισθηματικής και ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης, στην παιδική ηλικία ιδιαίτερα. Οι διαταραχές ύπνου είναι πολύ συνηθισμένο σύμπτωμα του αγχώδους ή καταθλιπτικού ανθρώπου.
Η ψύχωση είναι μια ψυχική διαταραχή κατά την οποία διαταράσσεται η σχέση του ατόμου με την πραγματικότητα. Όταν στον ψυχωσικό υπάρχει μια επιθυμία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από αυτόν, μπορεί να ικανοποιηθεί μέσα από την κατασκευή από τον ίδιο, μιας παραληρηματικής πραγματικότητας. Ο ψυχωσικός ζει μέσα στον τρόμο και τη νέκρα, και γι’ αυτό καταφεύγει στην παραληρηματική κατασκευή ενός άλλου κόσμου και εαυτού. Δεν κατόρθωσε να αυτονομηθεί από τη μητέρα του, το Εγώ του κομματιάζεται όταν επιχειρεί να αυτονομηθεί και έτσι εκλύεται το δυσβάσταχτο ψυχωσικό άγχος. Το θεμέλιο της στέρεας ψυχικής ζωής είναι η ικανοποίηση που δίνει η φροντίδα της μητέρας και η ανάκλησή της.
Ο ψυχαναλυτής και ψυχίατρος μας εξηγεί τι είναι ο ναρκισσισμός, οι ναρκισσιστικές συμπεριφορές και οι ακραίες ναρκισσιστικές διαταραχές, που προέρχονται από παιδικά πλήγματα κατά του ναρκισσισμού μας, από το ότι δεν αγαπηθήκαμε επαρκώς και γι’ αυτό αναζητάμε συνεχώς επιβεβαίωση εκτίμησης κι αγάπης.
Οι ψυχοπαθητικοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιθετικής προσωπικότητας που τους οδηγεί σε εγκληματική ζωή. Αδυνατούν να δημιουργήσουν συναισθηματικούς δεσμούς. Οι ψυχοπαθητικές προσωπικότητες κάνουν την εγκληματική, παραβατική πράξη γιατί αναζητούν την αίσθηση της παντοδυναμίας και για να νοιώσουν κάποιοι. Από νέοι δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν με τους νόμους. Δεν δημιουργήθηκαν, δεν πλάστηκαν και δεν αναπτύχθηκαν πλήρως οι πρώτοι δεσμοί με τους γονείς για να νοιώθουν γεμάτοι και πλήρεις. Στις προβληματικές, με επιθετικότητα, οικογένειες των ψυχοπαθητικών δεν αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα των αυθεντικών συναισθηματικών αναγκών και δεσμών. Στο παιδί μιας τέτοιας οικογένειας υπάρχει μεγάλη ναρκισσιστική ευθραυστότητα και οι ματαιώσεις προκαλούν οργή. Ορισμένα άτομα δεν μπορούν να ελέγξουν τα ένστικτα και τις ορμές τους γιατί οι οικογένειές τους δεν τα έμαθαν να τα ελέγχουν. Το παιδί δεν μπόρεσε να μεταβολίσει τη βιαιότητα του γονιού που χειροδικούσε και το κακοποιούσε. Ο Σάββας Σαββόπουλος ασχολείται και με την ενδοοικογενειακή βία και τους βιασμούς· με τα βίαια άτομα, τους βιαστές και τα ναρκισσιστικά άτομα που αποζητούν την εξουσία. Ο άνθρωπος με παθολογικό ή κακοήθη ναρκισσισμό αποφεύγει παντελώς τις ματαιώσεις και αντιδρά με θυμό σε αυτές.
Οι εξαρτήσεις προσπαθούν να καλύψουν μια έλλειψη κι ένα κενό που ο ψυχισμός δεν μπορεί να καλύψει. Συνήθως ξεκινούν από ένα πλήγμα του ναρκισσισμού. Με τις ουσίες ο άνθρωπος επιχειρεί να γιατρέψει τον πληγωμένο ναρκισσισμό του. Η τοξικομανία αποτελεί την ατυχή κατάληξη του αγώνα του ατόμου να ξεφύγει από τη συμβιωτική, εξαρτησιακή σχέση του με τη μητέρα του. Σηματοδοτεί την αδυναμία του να αυτονομηθεί και την ανάγκη του να συμβιώνει με κάτι ισχυρό, όπως με τη μητέρα μέσω της παλιάς εξαρτησιακής σχέσης του μ’ αυτή.
Ονειρευόμαστε στη φάση REM του ύπνου, όπου τα εγκεφαλικά κύματα δείχνουν εγκεφαλική εγρήγορση. Η επαρκής ονειρική δραστηριότητα συμβάλλει στην ψυχική ισορροπία μέσω της έκφρασης και εικονοποίησης που συντελείται στο όνειρο. Το όνειρο διασφαλίζει τη συνέχιση του ύπνου και γίνεται φύλακας του ύπνου. Μέσω αυτού οι επιθυμίες και τα τραύματα εκφράζονται, εικονικά και λεκτικά. Οδηγούν σε μια ψυχική έκφραση ώστε να αποφεύγεται η έντονη σωματική εκφόρτιση.
Το όνειρο ικανοποιεί ψευδαισθησιακά ασυνείδητες, απαγορευμένες επιθυμίες, οι οποίες υφίστανται μια λογοκρισία και μεταμφίεση. Αυτή η μετατροπή του λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου σε έκδηλο, λέγεται εργασία του ονείρου. Ο ψυχαναλυτής κι ο αναλυόμενος επιτελούν την εργασία της ανάλυσης για να αποκωδικοποιήσουν το όνειρο, το έκδηλο περιεχόμενό του, και να φτάσουν στην κατανόηση του λανθάνοντος περιεχομένου. Ορισμένα όνειρα δεν έχουν κρυφό νόημα επειδή η ονειρική λειτουργία εμφανίζει ανεπάρκεια μιας και υπάρχει στους ανθρώπους που τα ονειρεύοντα σωματοποίησης των απωθημένων επιθυμιών. Αυτά τα όνειρα μοιάζουν με βίντεο με παρελθόντα δεδομένα και στοιχεία, που ξαναπαίζονται. Τα στερεοτυπικά όνειρα περιέχουν συνήθη τυπικά σύμβολα. Ο εφιάλτης είναι ένα αποτυχημένο όνειρο, το οποίο δεν μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχιση του ύπνου γιατί τρομάζει και ξυπνά τον άνθρωπο, δηλαδή αποτυχαίνει να αποτελέσει τον φύλακα του ύπνου, που είναι η βασική αποστολή του ονείρου. Στον εφιάλτη υποκαθίσταται συχνά η πραγμάτωση της ασυνείδητης «αμαρτωλής» επιθυμίας με την τιμωρία για αυτή. Ο εφιάλτης παρουσιάζει την τραυματική σκηνή που το άτομο δεν μπορούσε να θυμηθεί, παίζει δηλαδή έναν τραυματολυτικό ρόλο και άρα μπορεί να συμβάλλει στην πρόοδο της ψυχικής επεξεργασίας. Αρκετές φορές ο άνθρωπος ξεχνά τα όνειρά του απωθώντας το περιεχόμενό τους επειδή είναι ξεδιάντροπο, ειδικότερα όταν κάνει ψυχανάλυση και δεν θέλει να προκαλέσει και να μοιραστεί την ερμηνεία των απαγορευμένων επιθυμιών του, πρόκειται για ένα είδος αντίστασης. Ο μέσος εξηντάρης περνά περίπου πέντε χρόνια βλέποντας όνειρα.
Ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να εκφράζει τη γνώμη του για το αξιακό, φιλοσοφικό, ηθικό, πολιτικό και θρησκευτικό σύστημα του αναλυόμενου, για τις επιλογές και ερωτικές επιθυμίες του, εκτός εάν εκφράζουν μια καταφανώς επικίνδυνη, αυτοκαταστροφική και καταστροφική βούληση. Ο ψυχαναλυτής δεν θίγει τα πιστεύω του αναλυόμενου. Ούτε πρέπει να ωθήσει τον αναλυόμενο να χωρίσει ή όχι, γιατί αυτός μπορεί να χρειάζεται σταθερότητα σε εκείνη την περίοδο, ή ενδεχομένως όχι. Δεν θα σου πει τι να κάνεις ή τι να πιστεύεις μα οφείλει να σε βοηθήσει να βρεις τον δρόμο σου, αυτόν που είναι καλύτερος για σένα. Στην ψυχανάλυση, ο αναλυτής μπορεί να ακούσει τα πάντα, ακόμη και τα πιο τρελά, το ζήτημα είναι όμως να μπορέσει να τα ερμηνεύσει και να βρει τι κρύβεται πίσω τους. Η ανάλυση γίνεται σωστά εάν η σκέψη και τα συναισθήματα του αναλυόμενου λειτουργούν καλύτερα κατά τη διάρκεια της ανάλυσης από ό,τι εκτός αυτής και εάν ανακαλύπτει κομμάτια του εαυτού του που αγνοούσε. Τελειώνει όταν μειώνεται και εξαφανίζεται η μεταβίβαση και ο αναλυόμενος μπορεί να διαχειριστεί και να διεκπεραιώσει όλα τα ψυχικά του ζητήματα, τις αναπαραστάσεις των σχέσεών του και των αντικειμένων των επιθυμιών του. Για να κλείσουν οι πληγές του αναλυόμενου χρειάζεται κάποιος άλλος, ο ψυχαναλυτής, να επενδύσει και να φροντίσει τον πληγωμένο ναρκισσισμό του. Υπάρχουν αναλυόμενοι που δεν επιτρέπουν στον ψυχαναλυτή να μπει στον ναρκισσιστικό κόσμο τους, ούτε μπορούν να βγουν οι ίδιοι από αυτόν. Έτσι δεν εγκαθίσταται μια σχέση μεταξύ τους και δεν προκύπτει θεραπεία…
Η αναζήτηση της ευτυχίας.
Οι στιγμές της ευτυχίας επισυμβαίνουν και κατακτώνται όταν ο άνθρωπος με αφετηρία ένα εξωτερικό θετικό ερέθισμα, νοιώθει να γεμίζει από μια εσωτερική δύναμη κι ικανοποίηση και να πληρούται. Αυτό το βίωμα συναντά μια παλιά και βαθιά επιθυμία του που περίμενε καιρό για να πραγματοποιηθεί και να ικανοποιηθεί (πάνω στο μοντέλο της ολοκληρωμένης σχέσης του βρέφους με τη μητέρα του).
Ο Διαφωτισμός έθεσε την ευτυχία σαν σκοπό του ανθρώπου. Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι ένας ανώτερος σκοπός. Όμως ο συγκροτημένος πολιτισμός περιορίζει τη δυνατότητα του ατόμου να ικανοποιεί πλήρως τις επιθυμίες και ενορμήσεις του όταν βλάπτουν τους άλλους. Άρα ο πολιτισμένος προσπαθεί να βρει την ευτυχία μέσα στα όρια και στους νόμους που του θέτει η πολιτισμένη κοινωνία, σεβόμενος και μη βλάπτοντας τον άλλον. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως βρίσκουμε την ευδαιμονία, μια ανώτερη πνευματική κατάσταση όπου επικρατεί το μέτρο, αν ζούμε στα πλαίσια της αρετής και λογικής. Βεβαίως έχουμε και τις απόψεις των ανατολικών φιλοσοφιών/θρησκειών, όπως του βουδισμού. Ακολούθησαν οι σχετικές αντιλήψεις άλλων μεταγενέστερων φιλοσόφων της δυτικής κλασικής φιλοσοφίας. Στο τέλος του βιβλίου, ο ψυχαναλυτής Σαββόπουλος μας λέει κάτι πολύ έξυπνο, πως πλησιάζεις περισσότερο την ευτυχία όταν δεν την κυνηγάς επί τούτου…
Στο νέο βιβλίο του ο Αχιλλέας Χεκίμογλου εξιστορεί την πορεία της χώρας προς την πυρηνική μετάβαση, από τη δράση της βασίλισσας Φρειδερίκης, την οποία γοήτευε η ατομική ενέργεια, και τη δημιουργία του Δημόκριτου, μέχρι την ενεργοποίηση του αντιδραστήρα, το καλοκαίρι του 1961
Κρύβει μια περίεργη, άγρια χαρά η έρευνα, η διαδικασία που σε οδηγεί σε ανέκδοτο υλικό, πολύτιμα έγγραφα, ονόματα και εικόνες που ποτέ σου δεν είχες φανταστεί ότι θα συναντούσες. Ξεδιπλώνονται στα μάτια σου και έχεις την αίσθηση ότι λαμπυρίζουν διαμαντάκια – πραγματικός θησαυρός.
Το ατίθασο αυτό συναίσθημα το ομολογεί από τον πρόλογο ακόμη, ο Αχιλλέας Χεκίμογλου, συγγραφέας που έχει δοκιμαστεί στο δύσκολο πεδίο του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Το διακρίνεις και όταν μιλάει για τα πονήματά του, χθες για το «Ο Ωνάσης και ο Σμηναγός Χ», σήμερα για την «Ατομική Εποχή / Πυρηνική Ενέργεια, Αντιδραστήρες και Ουράνιο στην Ελλάδα του 20ού αιώνα» (αμφότερα εκδόσεις Παπαδόπουλος).
Συστηματική, εξαντλητική, επίμονη έρευνα για το υλικό που θα σκιαγραφεί τελικά την πορεία της χώρας στην πυρηνική μετάβαση – ατελή τη χαρακτηρίζει ο συγγραφέας. Δεν έχει, εξάλλου, ευκολίες η ερευνητική διαδικασία. Ο ίδιος συνηθίζει να μιλάει χαριτολογώντας για τα τρία «π» ως προϋποθέσεις της: πάθος, πείσμα, πειθαρχία. Και δεν έχει άδικο.
Η «αφήγηση» χάνεται στον χρόνο, αγγίζει τη δεκαετία του ’50, αλλά συναντά την επικαιρότητα του 21ού αιώνα, αφού η πληθωριστική και ενεργειακή κρίση έχει θέσει εκ νέου το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας διεθνώς. Ο συγγραφέας συνδέει ευθέως το αντικείμενο της έρευνάς του με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, προσδιορίζοντας την Ατομική Εποχή ως το θεαματικό υποσύνολο του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Και εξηγεί ότι προσήλωσε το βλέμμα του σε μια περίοδο ανεξερεύνητη, χαμένη στο σκοτάδι πλείστων όσων αρχείων, μέχρι σήμερα.
Είχε πολύ ψωμί η υπόθεση, είναι προφανές: ξεπηδά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου στρωτά, υπό το πρίσμα μιας αντίληψης αμιγώς δημοσιογραφικής, με χρονικά ορόσημα-σταθμούς. Από την ένταξη στο CERN και τη δημιουργία της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας έως την ενεργοποίηση του αντιδραστήρα, το καλοκαίρι του 1961.
Το βιβλίο δεν θα ήταν ίδιο χωρίς την ανάδειξη των προσώπων που πρωταγωνιστούν στην εγχώρια πυρηνική περιπέτεια. Ο συγγραφέας κινείται ευφυώς, συμπυκνώνοντας τη δράση σε πρόσωπα όπως η Φρειδερίκη, «στην οποία η Πυρηνική Φυσική ασκούσε μια παράξενη έλξη», στο άρμα, ασφαλώς, της αμερικανικής πολιτικής. Ο ίδιος ο Χεκίμογλου έχει αποκαλύψει ότι η πάλαι ποτέ βασίλισσα έχει γράψει στα απομνημονεύματά της πως μετά τον Εμφύλιο είχε βρει υπαρξιακό νόημα στην ενασχόληση με την ατομική ενέργεια.
«Σταθερά παρούσα στα πυρηνικά προγράμματα ήταν η Φρειδερίκη, η οποία διατηρούσε ανοιχτή γραμμή με τον Θέμι Κανελλόπουλο» αναφέρει μεταξύ άλλων. «Παράλληλα, η βασίλισσα προωθούσε στον Δημόκριτο συνεχώς βιβλία και περιοδικά για την Ατομική Φυσική, τα οποία έφταναν στα Ανάκτορα από το εξωτερικό. Είχε κάνει εγγραφή στο “Bulletin of the Atomic Scientists” των HΠΑ»…
Ρόλο κομβικό διαδραματίζει επίσης ο ναύαρχος Θάνος Σπανίδης, πρόεδρος της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Ο καθηγητής του MIT Ηλία Γυφτόπουλος, ο πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο καθηγητής Θεόδωρος Κουζουμζέλης, που πρωτοστάτησε στην συμμετοχή της Ελλάδας στο CERN, ο ναύαρχος Τούμπας, είναι πρόσωπα-κλειδιά γύρω από τα οποία δομείται το βιβλίο.
Οι 254 σελίδες της πυρηνικής εξιστόρησης παρακολουθούν και το επιστημονικό σκέλος, που κορυφώθηκε με τη δημιουργία του Δημόκριτου, και το οικονομικό, που σηματοδοτήθηκε από τις προσπάθειες της ΔΕΗ να κάνει το δικό της πυρηνικό άλμα. Καλύπτουν περί τις τέσσερις δεκαετίες, στην πραγματικότητα… έτη φωτός από τις βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έως την έκρηξη του Τσερνόμπιλ, η οποία και έβαλε τελεία στα όποια εσωτερικά σχέδια.
Με στοιχεία και αναφορές που αποκτούν ευρύτερο ενδιαφέρον κοινωνικού χαρακτήρα: Η χωροθέτηση του Δημόκριτου ως Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών από την κυβέρνηση Καραμανλή, κατά την οποία οι κάτοικοι της περιοχής φοβούνταν τη διαρροή ραδιενέργειας από τον αντιδραστήρα. Η σύγκρουση της Φρειδερίκης με τον καθηγητή Γυφτόπουλο, ο οποίος είχε υποβάλει δύο εκθέσεις για τον Δημόκριτο ως προς την επιστημονική κατεύθυνσή του. Η παρουσία του Ζίγδη στο υπουργείο Βιομηχανίας. Η σύγκρουση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον ναύαρχο Σπανίδη.
Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και η αναφορά στον Απρίλιο του 1957, όταν 0 Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε δηλώσει ότι θα προχωρούσε στην αξιοποίηση του υπόγειου πλούτου και έναν μήνα αργότερα το υπουργείο Βιομηχανίας προχώρησε σε αποκαλύψεις για το ουράνιο στην Ελλάδα: ο Θεόδωρος Τρίκλωνος είχε ανακαλύψει ουράνιο στην περιοχή Μακρυχώρι της Λάρισας.
Δεν έχει νόημα η προσπάθεια αποτύπωσης όλου του βιβλίου σε μερικές αράδες παρουσίασής του. Αυτό που έχει αξία να τονιστεί είναι το γεγονός ότι με την έκδοσή του φωτίζεται ένας άγνωστος κόσμος, με πρόσωπα για τα οποία δεν γνωρίζαμε παρά ελάχιστα πράγματα ως τώρα. Και η συμβολή του Αχιλλέα Χεκίμογλου είναι πολύ σημαντική, τόσο ώστε να δημιουργεί υψηλές προσδοκίες και για την έρευνα του μέλλοντος. Είναι βάρος, είναι ευθύνη, αλλά και εύσημο από τα λίγα.