Αρχική > Αρθρα > Τσέσλαφ Μίλος: Ο συγγραφέας που αρνήθηκε να αιχμαλωτίσει τη σκέψη του

Τσέσλαφ Μίλος: Ο συγγραφέας που αρνήθηκε να αιχμαλωτίσει τη σκέψη του

O Τσέσλαφ Μίλος (Czesław Miłosz) ανήκει σε εκείνη τη γενιά συγγραφέων – σκεπτικιστών όπου η πορεία τους καθορίστηκε από τον τόπο γέννησης τους και τις ιστορικές συγκυρίες που σημάδεψαν την πατρίδα τους:
Γεννημένος στις 30 Ιουνίου του 1911 στο Ζετέζνιε της Λιθουανίας, που αποτελούσε τότε ακόμα κομμάτι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, από πατέρα πολωνολιθουανικής καταγωγής, τον πολιτικό μηχανικό Αλεξάντερ Μίλος και μητέρα-απόγονο του αριστοκρατικού οίκου Συρούτς, τη Βερόνικα Κούνατ, ο Τσέσλαφ Μίλος απέκτησε από νωρίς ευχέρεια στην πολωνική, λιθουανική, ρωσική, γαλλική και αγγλική γλώσσα.
‘’Μεγάλωσα σε έναν τόπο που αποτελούσε ένα γλωσσολογικό, πολιτιστικό, εθνικό και θρησκευτικό μωσαϊκό που δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε ξανά’’ είχε δηλώσει ο ίδιος ο Μίλος που ένιωθε ως ένας από τους τελευταίους Πολωνο-Λιθουανούς της Ευρώπης, αρνούμενος πεισματικά να επιλέξει μία από τις δύο καταγωγές: ‘’Είμαι Πολωνός ποιητής και όχι Λιθουανός. Αλλά τα τοπία και ίσως το πνεύμα της Λιθουανίας δεν με εγκατέλειψαν ποτέ’’ ήταν μία ακόμα χαρακτηριστική δήλωση του.
Σπούδασε νομικά στην πόλη Βίλνιους όπου μεγάλωσε, και υπήρξε ενεργό μέλος του αβάν γκαρντ λογοτεχνικού κινήματος “Zagary”, μιας ομάδας νεαρών συγγραφέων ανατρεπτικών και συνάμα απαισιόδοξων, οι οποίοι ονομάζονταν επίσης «Καταστροφείς». Αποφοιτώντας, έφυγε με υποτροφία για το Παρίσι. Το 1934 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή λαμβάνοντας διάκριση από την Ένωση Πολωνών Συγγραφέων και το 1936 επιστρέφει στην χώρα του και αρχίζει να εργάζεται στη Ραδιοφωνία του Βίλνιους ως παραγωγός λογοτεχνικών εκπομπών. Με την έκρηξη του πολέμου και την επαλήθευση των δυσοίωνων προφητειών των «Καταστροφέων» (υπονόμευση κάθε πολιτιστικής αξίας και έλευση μιας κατακλυσμιαίας παγκόσμιας σύρραξης), θα συνδεθεί με παράνομα εκδοτικά σχήματα της κατεχόμενης από τους ναζί Βαρσοβίας, θα επιμεληθεί αντιστασιακές εκδόσεις και μαζί με τον αδερφό του Αντρέι θα κρύψει και θα φυγαδεύσει Εβραίους της Βαρσοβίας. Για την δράση του αυτή απέσπασε το 1989 τον τίτλο του «Δίκαιου των Εθνών».
Μετά τον πόλεμο ο Μίλος διορίστηκε μορφωτικός ακόλουθος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ουάσιγκτον και το Παρίσι, θέση για την οποία δέχτηκε πολλά πυρά από κύκλους Πολωνών μεταναστών σε χώρες της Δύσης. Όμως ο Μίλος ήταν ήδη αηδιασμένος από την υποκρισία και τον αυταρχισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος και το 1951 αυτομόλησε στην Δύση.
Αποκομμένος από την οικογένεια του – ήταν τότε παντρεμένος με τη Γιανίνα Ντούσκα με την οποία είχαν αποκτήσει δύο γιους το 1947 και το 1951 – και τη γλώσσα του, ξεριζωμένος από τον τόπο του αλλά ανεκρίζωτος από την επικράτεια της ελεύθερης διανόησης, ο Μίλος γράφει το 1953 το έργο-ορόσημο «Αιχμάλωτη Σκέψη», μια πύρινη κριτική του Σταλινισμού, ένα κείμενο καταδίκης του ολοκληρωτισμού και των απολυταρχικών καθεστώτων. Το βιβλίο γνώρισε τεράστια επιτυχία και παρά τις απαγορεύσεις, κυκλοφόρησαν 26 μυστικές εκδόσεις στην Πολωνία από το 1977 ως το 1990. Την ίδια χρόνια ο συγγραφέας λαμβάνει το Prix Littéraire Européen («Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο»). Η «Αιχμάλωτη Σκέψη» αποτελεί μέχρι σήμερα ένα προτεινόμενο εγχειρίδιο για τους φοιτητές Πολιτικών Επιστημών ανά τον κόσμο και συγκρίνεται με το «Μηδέν και το ?πειρο» του Καίσλερ, το «1984» του Όργουελ και το «Μια ηµέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Σολζενίτσιν.
Όπως αναφέρει ο Καρλ Γιάσπερς σε άρθρο του για την «Αιχμάλωτη Σκέψη» στο Saturday Review: ‘’Μέσα από διαβαθμίσεις ο Μίλος κατορθώνει να αποτυπώσει συγκλονιστικά τι συμβαίνει στους ανθρώπους όταν υποβάλλονται ταυτόχρονα σε διαρκή απειλή αφανισμού και σε προτροπές πίστης εξαιτίας μιας ιστορικής αναγκαιότητας που ασκεί προφανώς ακαταμάχητη επιρροή και γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Μας παρουσιάζει μια γλαφυρή εικόνα με μορφές απόκρυψης, εσωτερικής μεταμόρφωσης, αιφνίδιας μετατροπής και εσωτερικού διχασμού.’’
Μετά την «Αιχμάλωτη Σκέψη» ο Μίλος γράφει το μυθιστόρημα «Κατάληψη εξουσίας» (1955), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας της Ελβετικής Συντεχνίας Βιβλίου και το αυτοβιογραφικό-νοσταλγικό αφήγημα  «Η Κοιλάδα του Ίσσα» (1955) στο οποίο απαθανατίζει τα παιδικά του χρόνια στη Λιθουανία.

 

(Τσέσλαφ Μίλος-1948)


Το 1960 ο συγγραφέας ενώνεται ξανά με την οικογένεια του και έπειτα από αρκετές απόπειρες, κατορθώνει να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ (απόπειρες που αποτύγχαναν εξαιτίας του Μακαρθισμού). Το 1961 αρχίζει να διδάσκει στο Τμήμα Σλαβικών Γλωσσών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ και ως το 1970 οπότε και απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα, έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές του στη Γαλλία με τους τίτλους «Ο Γκούτσιο μαγεμένος» (1965) και «Πόλη δίχως όνομα» (1969). Η Αμερική δίνει περαιτέρω ώθηση στην ποίησή του εντείνοντας τις οντολογικές και μεταφυσικές ανησυχίες του. Ο Μίλος εμβαθύνει στο προσωπικό και ιστορικό παρελθόν του και αποκαλύπτει τον θρησκευτικό (και συχνά θεολογικό) στοχασμό του, που τώρα πια γίνεται το κυρίαρχο και ενοποιητικό πλαίσιο της θεματικής του.
Το 1980 ο Τσέσλαφ Μίλος τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας γεγονός που δημιουργεί τις συνθήκες ώστε να επιτραπεί από την πολωνική κυβέρνηση η έκδοση των ποιημάτων του στην πατρίδα του. Η συγκεκριμένη έκδοση πουλά 200.000 αντίτυπα ενώ ένας στίχος από το ποίημά του "You Who Wronged a Simple Man" (Εσείς που αδικήσατε έναν άνθρωπο απλό) χαράχτηκε σε μνημείο της Γκντανσκ για τους εργάτες του ναυπηγείου που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων της «Αλληλεγγύης» στην πόλη.

 

(O Τσέσλαφ Μίλος στις ΗΠΑ)

Τριάντα χρόνια μετά τη φυγή του στη Γαλλία, ο Μίλος επιστρέφει το 1981 στην πατρίδα του ωστόσο η επιβολή του στρατιωτικού νόμου από τον Γιαρουζέλσκι οδηγεί σε νέα απαγόρευση των έργων του. Η Πολωνία θα γίνει ξανά προσιτή για τον ποιητή μετά την πτώση του κομμουνισμού. Έτσι από το 1990 έως και το θάνατό του το 2004, ο Μίλος θα μοιράσει τη ζωή του ανάμεσα στο Μπέρκλεϋ και την Κρακοβία επαληθεύοντας μέχρι το τέλος του τη φράση «όπου γη και πατρίς». Θα εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές και συλλογές δοκιμίων, επανερχόμενος συχνά στο νόστο ενός ανεύρετου τόπου και θα δημιουργήσει αίσθηση με το «Αλφαβητάρι» του, γραμμένο όταν ήταν 89 ετών, μια αλφαβητική επιχείρηση διάσωσης, ένα μνημόσυνο σε όσους υπέφεραν και έφυγαν πριν από εκείνον, ένας ύμνος στο θαύμα και το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Το 2011 η ζωή και το έργο του εμπνέουν την έκθεση με τίτλο «Η εξορία ως πεπρωμένο: Ο Τσέσλαφ Μίλος και η Αμερική» που διοργάνωσε η Βιβλιοθήκη σπανίων βιβλίων και χειρογράφων Μπέινεκε του Πανεπιστημίου Γέιλ στην οποία φυλάσσονται τα χειρόγραφα του.
/datafiles//milosz-pope.jpgΣε όλη του τη ζωή ο Τσέσλαφ Μίλος κινούνταν σε ένα δίπολο: πολίτης της Λιθουανίας και της Πολωνίας, μάρτυρας της ναζιστικής κατοχής και της σοβιετικής εξουσίας στην Πολωνία, ποιητής και πεζογράφος. Όταν αυτομόλησε στη Γαλλία είχε την υποστήριξη του Αλμπέρ Καμύ και ταυτόχρονα την αρνητική κριτική του Πάμπλο Νερούδα, διατήρησε την καθολική του πίστη αλλά ταυτόχρονα όταν ο στενός του φίλος και συμπατριώτης του, Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ σχολίασε ότι με το έργο του Έξι διαλέξεις σε στίχο, ‘’κάνει ένα βήμα μπρος και ένα πίσω’’, ο Μίλος απάντησε ‘’πως μπορεί κανείς να γράψει θρησκευτική ποίηση διαφορετικά στον εικοστό αιώνα;’’

 

 

 

 

(O Μίλος με τον καλό του φίλο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β')

Εντέλει, η ζωή και το έργο αυτού του σπουδαίου ποιητή και πεζογράφου συνοψίζεται ιδανικά στην κριτική του Jonathan Galassi σε δημοσίευμα των New York Times Book Review: ‘’Όλη η συγγραφική προσπάθεια του Μίλος κατευθύνεται προς μια αντιπαράθεση με την εμπειρία – και όχι μόνο με την προσωπική εμπειρία αλλά και με την ιστορία σε όλη της την παράδοξη φρίκη και τις εκπλήξεις της΄΄.

Copyright © 2013, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, All rights reserved.